Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Ελληνική Γλώσσα H αρχαιότερη στον κόσμο


Ελληνική Γλώσσα H αρχαιότερη στον κόσμο

Η Ελληνική Γλώσσα είναι η Αρχαιότερη στον Κόσμο!
Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα... βιβλίο Γκίνες).
Η αρχαία ελληνική η τελειότερη γλώσσα...και η αρχαιότερη στον κόσμο
Η Ελληνική Γλώσσα και οι περιπέτειες της
Η προφορά της αρχαίας Ελληνικής

Στο έργο «Σύντοµη ιστορία της Ελληνικής Γλώσσης» του διάσηµου γλωσσολόγου Α. Meillet, υποστηρίζεται µε σθένος η ανωτερότητα της Ελληνικής έναντι των άλλων γλωσσών.

Ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ είχε δηλώσει: «Στην Ελληνική υπάρχει ένας ίλιγγος λέξεων, διότι µόνο αυτή εξερεύνησε, κατέγραψε και ανέλυσε τις ενδότατες διαδικασίες της οµιλίας και της γλώσσης, όσο καµία άλλη γλώσσα».

Ο μεγάλος Γάλλος διαφωτιστής Βολτέρος είχε πει: «Είθε η Ελληνική γλώσσα να γίνει κοινή όλων των λαών.»

Ο Γάλλος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόνης Κάρολος Φωριέλ είπε: «Η Ελληνική έχει ομοιογένεια σαν την Γερμανική, είναι όμως πιο πλούσια από αυτήν. Έχει την σαφήνεια της Γαλλικής, έχει όμως μεγαλύτερη ακριβολογία. Είναι πιο ευλύγιστη από την Ιταλική και πολύ πιο αρμονική από την Ισπανική. Έχει δηλαδή ότι χρειάζεται για να θεωρηθεί η ωραιότερη γλώσσα της Ευρώπης».

Η Μαριάννα Μακ Ντόναλντ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας και επικεφαλής του TLG δήλωσε: «Η γνώση της Ελληνικής είναι απαραίτητο θεμέλιο υψηλής πολιτιστικής καλλιέργειας».

Theodore F. Brunner (Ιδρυτής του TLG και διευθυντής του µέχρι το 1997): «Σε όποιον απορεί γιατί ξοδεύτηκαν τόσα εκατοµµύρια δολάρια για την αποθησαύριση των λέξεων της Ελληνικής, απαντούµε: Μα πρόκειται για την γλώσσα των προγόνων µας και η επαφή µε αυτούς θα ßελτιώσει τον πολιτισµό µας».

Η τυφλή Αμερικανίδα συγγραφέας Έλεν Κέλλερ είχε πει: «Αν το βιολί είναι το τελειότερο μουσικό όργανο, τότε η Ελληνική γλώσσα είναι το βιολί του ανθρώπινου στοχασμού».

Ιωάννης Γκαίτε (Ο μεγαλύτερος ποιητής της Γερμανίας, 1749-1832): «Άκουσα στον Άγιο Πέτρο της Ρώµης το Ευαγγέλιο σε όλες τις γλώσσες. Η Ελληνική αντήχησε άστρο λαµπερό µέσα στη νύχτα». Διάλογος του Γκαίτε µε τους µαθητές του:

-Δάσκαλε τι να διαßάσουµε για να γίνουµε σοφοί όπως εσύ;

-Τους Έλληνες κλασικούς.

-Και όταν τελειώσουµε τους Έλληνες κλασικούς τι να διαßάσουµε;

-Πάλι τους Έλληνες κλασικούς.

Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (Ο επιφανέστερος άνδρας της αρχαίας Ρώµης, 106-43 π.Χ.): «Εάν οι θεοί µιλούν, τότε σίγουρα χρησιµοποιούν τη γλώσσα των Ελλήνων».

Χάµφρι Κίτο (Άγγλος καθηγητής στο πανεπιστήµιο του Μπρίστολ, 1968): «Είναι στη φύση της Ελληνικής γλώσσας να είναι καθαρή, ακριßής και περίπλοκη. Η ασάφεια και η έλλειψη άµεσης ενοράσεως που χαρακτηρίζει µερικές φορές τα Αγγλικά και τα Γερµανικά, είναι εντελώς ξένες προς την Ελληνική γλώσσα».

Ιρίνα Κοßάλεßα (Σύγχρονη Ρωσίδα καθηγήτρια στο πανεπιστήµιο Λοµονόσοφ, 1995): «Η Ελληνική γλώσσα είναι όµορφη σαν τον ουρανό µε τα άστρα».

R. H. Robins (Σύγχρονος Άγγλος γλωσσολόγος, καθηγητής στο πανεπιστήµιου του Λονδίνου): «Φυσικά δεν είναι µόνο στη γλωσσολογία όπου οι Έλληνες υπήρξαν πρωτοπόροι για την Ευρώπη. Στο σύνολό της η πνευµατική ζωή της Ευρώπης ανάγεται στο έργο των Ελλήνων στοχαστών. Ακόµα και σήµερα επιστρέφουµε αδιάκοπα στην Ελληνική κληρονοµιά για να ßρούµε ερεθίσµατα και ενθάρρυνση».

Φρειδερίκος Σαγκρέδο (Βάσκος καθηγητής γλωσσολογίας – Πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδηµίας της Βασκονίας): «Η Ελληνική γλώσσα είναι η καλύτερη κληρονοµιά που έχει στη διάθεσή του ο άνθρωπος για την ανέλιξη του εγκεφάλου του. Απέναντι στην Ελληνική όλες, και επιµένω όλες οι γλώσσες είναι ανεπαρκείς». «Η αρχαία Ελληνική γλώσσα πρέπει να γίνει η δεύτερη γλώσσα όλων των Ευρωπαίων, ειδικά των καλλιεργηµένων ατόµων». «Η Ελληνική γλώσσα είναι από ουσία θεϊκή».

Ερρίκος Σλίµαν (Διάσηµος ερασιτέχνης αρχαιολόγος, 1822-1890): «Επιθυµούσα πάντα µε πάθος να µάθω Ελληνικά. Δεν το είχα κάνει γιατί φοßόµουν πως η ßαθειά γοητεία αυτής της υπέροχης γλώσσας θα µε απορροφούσε τόσο πολύ που θα µε αποµάκρυνε από τις άλλες µου δραστηριότητες». (Ο Σλίµαν µίλαγε άψογα 18 γλώσσες. Για 2 χρόνια δεν έκανε τίποτα άλλο από το να µελετάει τα 2 έπη του Οµήρου).

Γεώργιος Μπερνάρ Σο (Μεγάλος Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, 1856-1950): «Αν στη ßιßλιοθήκη του σπιτιού σας δεν έχετε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, τότε µένετε σε ένα σπίτι δίχως φως».

Τζέιµς Τζόις (Διάσηµος Ιρλανδός συγγραφέας, 1882-1941): «Σχεδόν φοßάµαι να αγγίξω την Οδύσσεια, τόσο καταπιεστικά αφόρητη είναι η οµορφιά».

Ίµπν Χαλντούν (Ο µεγαλύτερος Άραßας ιστορικός): «Που είναι η γραµµατεία των Ασσυρίων, των Χαλδαίων, των Αιγυπτίων; Όλη η ανθρωπότητα έχει κληρονοµήσει την γραµµατεία των Ελλήνων µόνον».

Will Durant (Αµερικανός ιστορικός και φιλόσοφος, καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Columbia): «Το αλφάßητον µας προήλθε εξ Ελλάδος δια της Κύµης και της Ρώµης. Η Γλώσσα µας ßρίθει Ελληνικών λέξεων. Η επιστήµη µας σφυρηλάτησε µίαν διεθνή γλώσσα διά των Ελληνικών όρων. Η γραµµατική µας και η ρητορική µας, ακόµα και η στίξης και η διαίρεσης εις παραγράφους είναι Ελληνικές εφευρέσεις. Τα λογοτεχνικά µας είδη είναι Ελληνικά – το λυρικόν, η ωδή, το ειδύλλιον, το µυθιστόρηµα, η πραγµατεία, η προσφώνησις, η ßιογραφία, η ιστορία και προ πάντων το όραµα. Και όλες σχεδόν αυτές οι λέξεις είναι Ελληνικές».

Ζακλίν Ντε Ροµιγί (Σύγχρονη Γαλλίδα Ακαδηµαϊκός και συγγραφεύς): «Η αρχαία Ελλάδα µας προσφέρει µια γλώσσα, για την οποία θα πω ότι είναι οικουµενική». «Όλος ο κόσµος πρέπει να µάθει Ελληνικά, επειδή η Ελληνική γλώσσα µας ßοηθάει πρώτα από όλα να καταλάßουµε την δική µας γλώσσα»

Μπρούνο Σνελ (Διαπρεπής καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Αµßούργου): «Η Ελληνική γλώσσα είναι το παρελθόν των Ευρωπαίων».

Φραγκίσκος Λιγκόρα (Σύγχρονος Ιταλός καθηγητής Πανεπιστηµίου και Πρόεδρος της Διεθνούς Ακαδηµίας προς διάδοσιν του πολιτισµού): «Έλληνες να είστε περήφανοι που µιλάτε την Ελληνική γλώσσα ζωντανή και µητέρα όλων των άλλων γλωσσών. Μην την παραµελείτε, αφού αυτή είναι ένα από τα λίγα αγαθά που µας έχουν αποµείνει και ταυτόχρονα το διαßατήριό σας για τον παγκόσµιο πολιτισµό».

Ο. Βαντρούσκα (Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης): «Για έναν Ιάπωνα ή Τούρκο, όλες οι Ευρωπαϊκές γλώσσες δεν φαίνονται ως ξεχωριστές, αλλά ως διάλεκτοι µιας και της αυτής γλώσσας, της Ελληνικής».

Peter Jones (Διδάκτωρ – καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης ο οποίος συνέταξε µαθήµατα αρχαίων Ελληνικών προς το αναγνωστικό κοινό, για δηµοσίευση στην εφηµερίδα «Daily Telegraph»): «Οι Έλληνες της Αθήνας του 5ου και του 4ου αιώνος είχαν φθάσει την γλώσσα σε τέτοιο σηµείο, ώστε µε αυτήν να εξερευνούν ιδέες όπως η δηµοκρατία και οι απαρχές του σύµπαντος, έννοιες όπως το θείο και το δίκαιο. Είναι μια θαυµάσια και εξαιρετική γλώσσα».

Ντε Γρόοτ (Ολλανδός καθηγητής Οµηρικών κειµένων στο πανεπιστήµιο του Μοντρεάλ): «Η Ελληνική γλώσσα έχει συνέχεια και σε µαθαίνει να είσαι αδέσποτος και να έχεις μια δόξα, δηλαδή μια γνώµη. Στην γλώσσα αυτή δεν υπάρχει ορθοδοξία. Έτσι ακόµη και αν το εκπαιδευτικό σύστηµα θέλει ανθρώπους νοµοταγείς – σε ένα καλούπι – το πνεύµα των αρχαίων κειµένων και η γλώσσα σε µαθαίνουν να είσαι αφεντικό».

Gilbert Murray (Καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης): «Η Ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα. Συχνά διαπιστώνει κανείς ότι µια σκέψη µπορεί να διατυπωθεί µε άνεση και χάρη στην Ελληνική, ενώ γίνεται δύσκολη και ßαρειά στην Λατινική, Αγγλική, Γαλλική ή Γερµανική. Είναι η τελειότερη γλώσσα, επειδή εκφράζει τις σκέψεις τελειοτέρων ανθρώπων».

Max Von Laye (Βραßείον Νόµπελ Φυσικής): «Οφείλω χάριτας στην θεία πρόνοια, διότι ευδόκησε να διδαχθώ τα αρχαία Ελληνικά, που µε ßοήθησαν να διεισδύσω ßαθύτερα στο νόηµα των θετικών επιστηµών».

E. Norden (Μεγάλος Γερµανός φιλόλογος): «Εκτός από την Κινεζική και την Ιαπωνική, όλες οι άλλες γλώσσες διαµορφώθηκαν κάτω από την επίδραση της Ελληνικής, από την οποία πήραν, εκτός από πλήθος λέξεων, τους κανόνες και την γραµµατική».

Martin Heidegger (Γερµανός φιλόσοφος, από τους κυριότερους εκπροσώπους του υπαρξισµού του 20ου αιώνος): «Η αρχαία Ελληνική γλώσσα ανήκει στα πρότυπα, µέσα από τα οποία προßάλλουν οι πνευµατικές δυνάµεις της δηµιουργικής µεγαλοφυΐας, διότι αναφορικά προς τις δυνατότητες που παρέχει στην σκέψη, είναι η πιο ισχυρή και συνάµα η πιο πνευµατώδης από όλες τις γλώσσες του κόσµου».

David Crystal (Γνωστός Άγγλος καθηγητής, συγγραφεύς της εγκυκλοπαίδειας του Cambridge για την Αγγλική): «Είναι εκπληκτικό να ßλέπεις πόσο στηριζόµαστε ακόµη στην Ελληνική, για να µιλήσουµε για οντότητες και γεγονότα που ßρίσκονται στην καρδιά της σύγχρονης ζωής».

Μάικλ Βέντρις (Ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε την Γραµµική γραφή Β’): «Η αρχαία Ελληνική Γλώσσα ήταν και είναι ανωτέρα όλων των παλαιοτέρων και νεοτέρων γλωσσών».

R.H. Robins (Γλωσσολόγος και συγγραφεύς): «Ο Ελληνικός θρίαµßος στον πνευµατικό πολιτισµό είναι ότι έδωσε τόσα πολλά σε τόσους πολλούς τοµείς. Τα επιτεύγµατά τους στον τοµέα της γλωσσολογίας όπου ήταν εξαιρετικά δυνατοί, δηλαδή στην θεωρία της γραµµατικής και στην γραµµατική περιγραφή της γλώσσας, είναι τόσο ισχυρά, ώστε να αξίζει να µελετηθούν και να αντέχουν στην κριτική. Επίσης είναι τέτοια που να εµπνέουν την ευγνωµοσύνη και τον θαυµασµό µας».

Luis José Navarro (Αντιπρόεδρος στο εκπαιδευτικό πρόγραµµα «Ευρωκλάσσικα» της Ε.Ε.): «Η Ελληνική γλώσσα για µένα είναι σαν κοσµογονία. Δεν είναι απλώς μια γλώσσα...».

Juan Jose Puhana Arza (Βάσκος Ελληνιστής και πολιτικός): «Οφείλουµε να διακηρύξουµε ότι δεν έχει υπάρξει στον κόσµο µία γλώσσα η οποία να δύναται να συγκριθεί µε την κλασσική Ελληνική».

D’Eichtal (Γάλλος συγγραφεύς): «Η Ελληνική γλώσσα είναι µία γλώσσα η οποία διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά, όλες τις προϋποθέσεις µιας γλώσσης διεθνούς εγγίζει αυτές τις ίδιες τις απαρχές του πολιτισµού... η οποία όχι µόνον δεν υπήρξε ξένη προς ουδεµία από τις µεγάλες εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύµατος, στην θρησκεία, στην πολιτική, στα γράµµατα, στις τέχνες, στις επιστήµες, αλλά υπήρξε και το πρώτο εργαλείο, – προς ανίχνευση όλων αυτών – τρόπον τινά η µήτρα... Γλώσσα λογική και συγχρόνως ευφωνική, ανάµεσα σε όλες τις άλλες...»

Ζακ Λανγκ (Γάλλος Υπουργός Παιδείας): «Θα ήθελα να δω να διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά, µε τον ίδιο ζήλο που επιδεικνύουµε εµείς, και στα Ελληνικά σχολεία.»

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα.

Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σε αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς).Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη.

Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Tο πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχθηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των αρχαίων Ελληνικών και η δια νόμου καθιέρωση της Δημοτικής και του μονοτονικού, που σήμερα κατάντησε ατονικό.

Έτερο μεγάλο πλήγμα είναι ότι η οικογένεια και κυρίως ο δάσκαλος αντικαταστάθηκαν από την τηλεόραση, που ασκεί ολέθρια επίδραση όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον χαρακτήρα και στο ήθος. (Αντώνης Κουνάδης, ακαδημαϊκός)

Το CNN σε συνεργασία με την εταιρεία υπολογιστών apple ετοίμασαν ένα εύκολο πρόγραμμα εκμάθησης ελληνικών προς τους αγγλόφωνους και ισπανόφωνους των ΗΠΑ. Το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ότι η ελληνική εντείνει το ορθολογικό πνεύμα, ξύνει το επιχειρηματικό πνεύμα και προτρέπει τους πολίτες προς την δημιουργικότητα.

Μετρώντας τις διαφορετικές λέξεις που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι όλες έχουν από αρκετές χιλιάδες, άρα είναι αδύνατο να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσες και οι λέξεις μιας γλώσσας, γιατί κανένας δε θα θυμόταν τόσα πολλά σύμβολα.

Το ίδιο ισχύει και με τις διαφορετικές συλλαβές των λέξεων (π.χ. τις: α, αβ, βα, βρα, βε, ου. ) που έχει η κάθε γλώσσα.

Μετρώντας επίσης τους διαφορετικούς φθόγγους των λέξεων (τους: α, β, γ.) που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι αυτοί είναι σχετικά λίγοι, είναι μόλις 20, δηλαδή οι εξής: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τ, δ, θ, π, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ , όμως, αν καταγράφουμε τις λέξεις μόνο ως έχουν φθογγικά, δε διακρίνονται οι ομόηχες, π.χ.: «τίχι» = τείχη, τοίχοι, τύχη, τύχει, «καλί» = καλοί & καλή & καλεί.

Επομένως, δεν είναι δυνατό να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσοι και οι διαφορετικοί φθόγγοι των λέξεων.

Προ αυτού του προβλήματος οι άνθρωποι κατάφυγαν σε διάφορα τεχνάσματα, για να επιτύχουν την καταγραφή του προφορικού λόγου, κυριότερα των οποίων είναι το αιγυπτιακό και το ελληνικό.

Το τέχνασμα που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μια τόσων γραμμάτων όσοι και οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων: Α(α), Β(β), Γ(γ). και από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των: Ω(ο) & Ο(ο), Η(η) & Υ(υ) & Ι(ι) με τα οποία, βάσει κανόνων, αφενός υποδείχνεται η ετυμολογία (= το μέρος λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ.), άρα το ακριβές νόημα των λέξεων και αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις, πρβ π.χ.: τύχη & τείχη & τύχει & τοίχοι, λίπη & λείπει & λύπη.

Παράβαλε π.χ. ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με τα – ο,ι,η, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ & καλό, καλεί & καλή, σύκο & σήκω, φιλί & φυλή, φιλώ & φύλο.

Παράβαλε ομοίως ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα και τα κοινά με μικρό, για διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη & Νίκη, αγαθή & Αγαθή.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρεις φάσεις στην ιστορία της Μινωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2000 π.Χ. ώς το 1650 π.Χ.

Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πει ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο φυσικά και είναι τελείως αναληθές.

Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία».

Ο μεγάλος διδάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά».
Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μην διατηρήθηκαν ατόφιες, άλλα έχουν μείνει στην γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους.

Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα δέρκομαι (βλέπω) αλλά χρησιμοποιούμε την λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη αυδή (φωνή) αλλά παρ’ όλα αυτά λέμε άναυδος και απηύδησα.

Επίσης, σήμερα δεν λέμε λωπούς τα ρούχα, αλλά λέμε την λέξη «λωποδύτης» που σημαίνει «αυτός που βυθίζει (δύει) το χέρι του μέσα στο ρούχο σου (λωπή) για να σε κλέψει».

Η Γραμμική Β’ είναι και αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, αποκρυπτογράφησε βάση κάποιων ευρημάτων την γραφή αυτή και απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική.

Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο.

Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμα και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα όπως κάνουμε και στα μαθηματικά βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου.

Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμική Β’ γράφεται «ANEMO», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β’ «RAPTE», «EREMO», «TEMENO», και πολλά άλλα παραδείγματα.

Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες, οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π.Χ., έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», λευκώλενος», «ωκύμορος», κτλ;

Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου» μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλέους, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια…» Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία».

Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δύο λογοτεχνικά αριστουργήματα, είναι προφανές ότι από πολύ πιο πριν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπίς, Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις…) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους.

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρ’ ότι είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα).
02-Makedoniki-epigrafiΗ Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο.

Το διεθνές λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει: «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων», ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu τονίζουν: «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες.

Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί να αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρει αυτές που χρειάζεται».

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς: «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού.

Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν – πρώτο – αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων».

Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο».

Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ. περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.

Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ

Είναι προφανές ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά.

Είναι λογικό άλλωστε αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.

Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιές» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιες» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.

Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική.

Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι…) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την νεοελληνική γλώσσα.

Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική υπήρχαν και άλλες τρεις επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν.

Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό, έχει και η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης: «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, π.χ.: «σι» = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., «πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω… «πάϊ» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω…»
Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πώς είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;

Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ

Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους.

Για παράδειγμα, η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται γι’ αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.

Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει.

Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα.

Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.

Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία.

Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη.

Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.

ΓΛΩΣΣΑ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ


Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί).

Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης.

Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.

Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.

Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η ΣΟΦΙΑ

Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα.

Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις».Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή +έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.

Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη.

Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας.

Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».

Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του.

Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά.

Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά).

Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε.

Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο.

Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.

Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ

Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.

Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:

«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».

Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.

Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.

Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».

Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.

Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».


Στην ελληνική γλώσσα, οι εγκυρότερες σύγχρονες μελέτες για την προφορά των αρχαίων ελληνικών είναι του Allen ([1968] 1987) και του Πετρούνια (2001β), στις οποίες στηρίζεται το κείμενο που ακολουθεί. Για περισσότερες πληροφορίες ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί τη βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου.
1. Πηγές
2. Αντιστοιχία γραπτού και προφορικού λόγου
3. Τα φωνήεντα
4. Τα σύμφωνα
5. Ο τόνος
6. H προφορά της αρχαίας ελληνικής στους νεότερους χρόνους
Βιβλιογραφία

1. Πηγές

Οι πληροφορίες που έχουμε για την προφορά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας προέρχονται προφανώς από τον γραπτό λόγο (εφόσον δεν υπάρχουν ούτε φυσικοί ομιλητές ούτε ηχογραφήσεις) και στηρίζονται στις εξής πηγές (βλ. Πετρούνιας 2001α):
Πληροφορίες από τους αρχαίους γραμματικούς, κυρίως της ελληνιστικής εποχής (μετά από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου) και τους Ρωμαίους
Οι αντιστοιχίες με τα γράμματα του αλφάβητου
Οι αντιστοιχίες λέξεων της ελληνικής και άλλων συγγενών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (π.χ. λατινικά, σανσκριτικά)
Ο τρόπος που αποδόθηκαν ελληνικές λέξεις σε άλλες αρχαίες γλώσσες (ή το αντίστροφο)
Η εσωτερική δομή της γλώσσας και τα μετρικά σχήματα που χρησιμοποίησε
Λεκτικά παιχνίδια και ηχομιμητικές λέξεις
Η προφορά της σημερινής ελληνικής γλώσσας.

2. Αντιστοιχία γραπτού και προφορικού λόγου

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποίησαν σύμβολα γραφής από το συλλαβικό φοινικικό σύστημα, αλλά έκαναν μια σημαντική επέμβαση: δημιούργησαν αλφαβητική («φωνημική») γραφή, αντιστοίχισαν δηλαδή κάθε σύμβολο-γράμμα με ένα φθόγγο (ήχο) (Γραφή και ελληνική γλώσσα). Εννοείται ότι με την πάροδο του χρόνου η προφορά αλλάζει αλλά η γραπτή μορφή της γλώσσας εξελίσσεται με πιο αργούς ρυθμούς. Αυτό εξηγεί γιατί οι περισσότερες από τις σημερινές γλώσσες γράφονται διαφορετικά από ό,τι προφέρονται. Σε αυτό το κείμενο εξετάζουμε την αττική διάλεκτο του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ., δηλαδή τη γλώσσα που μιλήθηκε στην Αθήνα της κλασικής περιόδου. Ηαντιστοιχία γραμμάτων-ήχων είναι ακόμη πολύ μεγάλη.
3. Τα φωνήεντα

Τα φωνήεντα εμφανίζονταν σε ζεύγη μακρών και βραχέων, ανάλογα με τη διάρκεια που είχε η παραγωγή τους. Σχηματίζονταν φωνήεντα με το μπροστινό μέρος της γλώσσας (μπροστινά), με το πίσω (πίσω), με τη γλώσσα κοντά στον ουρανίσκο (κλειστά), μακριά απ' τον ουρανίσκο (ανοιχτά) ή σε μια ενδιάμεση θέση (μεσαία). Έτσι έχουμε τους εξής φθόγγους:
Ένα μακρό και ένα βραχύ [i] που είναι κλειστά και μπροστινά, π.χ. κρίνω (μακρό) καιμέλι] (βραχύ).Το βραχύ είναι παρόμοιο με το άτονο νεοελληνικό [i] όπως το πρώτο φωνήεν στη λέξη μηδέν · το μακρό είναι σαν να εκτείνουμε το τονισμένο [i] στη λέξη εσύ (αλλά πιο κλειστό, όπως το φωνήεν στη γαλλική λέξη vive).
Ένα μακρό και ένα βραχύ [e] που είναι μπροστινά και μεσαία, π.χ. δοκεῖ (μακρό[e:] για το ει) και μέσον (βραχύ). Και τα δύο αυτά είναι πιο κλειστά από το νεοελληνικό [ε], αλλά το μακρό (που γράφεται με ει) είναι πιο κλειστό από το βραχύ. Το βραχύ μοιάζει με το αγγλικό φωνήεν στο pet, το μακρό με το πρώτο φωνήεν στο γερμανικό beten. Γι' αυτό ο Ξενοφών αποδίδει το περσικό parideza 'κήπος' ως παράδεισος. Πιο ανοικτό και από τα δύο αυτά είναι ένα άλλο μακρό [e] που γράφεται με η, π.χ. πλῆθος. Είναι παρόμοιο με το γαλλικό φωνήεν στο père, αλλά μακρύτερο. Γι' αυτό στα λατινικά το η μεταφέρεται ως e, ενώ το ει ως ι (π.χ. Aristides). Πριν από φωνήεντα όμως το ει είναι μεσαίο μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή, γι' αυτό μεταφέρεται στα λατινικά ως e σε τέτοιες θέσεις (π.χ. Medea, museum). Για κανένα από αυτά δεν στρογγυλεύουν τα χείλη, αντίθετα προς την επόμενη κατηγορία.
Ένα μακρό και ένα βραχύ [y]/[ü] που είναι αρχικά πίσω και εξελίσσονται νωρίς σε μπροστινά, κλειστά αλλά στρογγυλά (για την παραγωγή τους δηλαδή στρογγυλεύουν τα χείλη) π.χ. λύσω (μακρό) και λέλυκα (βραχύ). Το βραχύ είναι παρόμοιο με το γαλλικό στοlune και το μακρό με το γαλλικό στο ruse. Η στρογγυλότητα διατηρείται τουλάχιστον μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ο όρος ύψιλον (υ ψιλόν) είναι βυζαντινός και σημαίνει το αντίθετο του δίφθογγος, διαφοροποιεί δηλαδή το υ από το οι.
Ένα μακρό και ένα βραχύ [ο] που είναι πίσω και μεσαία, π.χ. πῶς (μακρό) καιμόνον (βραχύ). Είναι πιο κλειστά από τo νεοελληνικό [ο], το βραχύ παρόμοιο με το γερμανικό στο Gott, το μακρό πιο ανοικτό, παρόμοιο με αυτό στο Sonne της γερμανικής. Υπήρχε και ένα κλειστό πίσω [ο] που γραφόταν με ου, π.χ. ἐλθοῦσα. Αυτό προφερόταν αρχικά παρόμοια με το αγγλικό στο saw, ή το γαλλικό στο côte, αλλά γινόταν όλο και πιο κλειστό και κατέληξε να προφέρεται όπως το νεοελληνικό τονισμένο ου ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ.
Ένα μακρό και ένα βραχύ [a] που είναι ανοικτά και μεσαία, π.χ. μάλλον (μακρό) καιδράκων (βραχύ). Είναι παρόμοια με το νεοελληνικό [a], αλλά το πρώτο είναι μακρό σαν το αγγλικό στο father (αν και πολύ πιο μπροστινό). Καλύτερες προσεγγίσεις θεωρούνται το πρώτο α στο ιταλικό amare για το βραχύ και το δεύτερο α στην ίδια λέξη για το μακρό.

Στην κλασική περίοδο υπάρχουν και δίφθογγοι (βλ. παρακάτω), δηλαδή φωνήεντα που ανήκουν στην ίδια συλλαβή και για την παραγωγή τους η γλώσσα μετακινείται από τη θέση του πρώτου σε εκείνη του δεύτερου, μόνο που το δεύτερο είναι «ημίφωνο», δηλαδή μικρότερο, συντομότερο. Αυτό το ημίφωνο είναι είτε [i] (π.χ. λοιπός, μαίνομαι) είτε [u] (εὔχομαι). Παραδείγματα προφοράς τέτοιων διφθόγγων βρίσκονται σε ελληνικές λέξεις όπως σόι, ή αγγλικές όπως boy,high, house. Οι δίφθογγοι με ημίφωνο [i] μετατράπηκαν σιγά σιγά σε απλά φωνήεντα: Το[ai] έγινε πολύ ανοικτό [ε:], περίπου όπως στο αγγλικό map αλλά μακρό, το [oi] έγινε[y:]/[ü:].
4. Τα σύμφωνα

Όπως τα φωνήεντα εμφανίζονται σε δυάδες μακρών-βραχέων, έτσι και τα σύμφωνα εμφανίζονται σε τριάδες απλών άηχων - δασέων άηχων - απλών ηχηρών. Στα νεοελληνικά έχουμε δυάδες απλών άηχων: [p] (όπως) - [b] (μπορεί), [t] (τότε) - [d] (ντάλια), [k] (κάτι) - [g] (γκάφα). Στην αρχαία γλώσσα υπάρχει και από ένα δασύ άηχο που συμπληρώνει τις ομάδες αυτές: [ph], [th],[kh]. Για τα δασέα σύμφωνα εκβάλλεται αέρας από το στόμα για σύντομο διάστημα μετά την παραγωγή τους. Η προφορά τους μοιάζει επομένως με εκείνη των αντίστοιχων ήχων στις αγγλικές λέξεις που τονίζονται στη συλλαβή που αρχίζει με ένα τέτοιο σύμφωνο, π.χ. το [th] στο time, το [ph] στο appear, το [kh] στο care. Η ελάχιστη τριβή που ακούγεται μετά τα [p], [t], [k] όταν αυτοί οι φθόγγοι είναι δασείς, παράγεται από τον αέρα που περνάει ανάμεσα στις φωνητικές χορδές και όχι από κάποιο εμπόδιο που συναντά ο αέρας μέσα στη στοματική κοιλότητα. Οι αντιστοιχίες με τη γραφή είναι ως εξής:

[p] πᾶς [b] βάρος [ph] φέρω
[t] τάσις [d] δίδωμι [th] θάλαττα
[k] καλός [g] ἀγορά [kh] χαίρω

Επομένως τα γράμματα β, δ, γ στην αρχαία γλώσσα δεν συμβολίζουν άηχα τριβόμενα σύμφωνα, όπως στη νέα ελληνική, αλλά ηχηρά κλειστά (όπως τα αγγλικά baby, dear, get), γι' αυτό και το περίφημο παράδειγμα βή, βή που αναφέρεται στο βέλασμα των προβάτων στα αρχαία κείμενα θα προφερόταν [bε: bε:]: τα πρόβατα εμφανίζουν «σταθερότητα εκφοράς», δηλαδή μπέε-μπέεακουγόταν και τότε όπως και τώρα. Ας σημειωθεί επίσης ότι η λέξη βάρβαρος μεταφέρθηκε στα λατινικά ως barbarus καιόχι ως varvarus, ο δράκων ως draco και η γραμματική ως grammatica. H μετατροπή αυτών των κλειστών συμφώνων [b d g] σε τριβόμενα συντελέστηκε κατά τους πρώτους μ.Χ. χρόνους.

Τα γράμματα φ, θ, χ στην αρχαία γλώσσα επίσης δεν συμβολίζουν άηχα τριβόμενα σύμφωνα όπως στη νεοελληνική, αλλά άηχα δασέα, γι' αυτό και η λέξη Φίλιππος μεταφέρθηκε στα λατινικά ως Philippus. Η απόδοση λατινικών λέξεων όπως Fabius με φ στην ελληνική (δηλαδή Φάβιος) δεν σημαίνει ότι το φ ήταν τριβόμενο στην αρχαία γλώσσα. Απλά η ελληνική δεν διέθετε τότε άλλον τρόπο απόδοσης του fκαι έτσι χρησιμοποίησε τον πλησιέστερο δικό της φθόγγο, το [ph]. Τα κλειστά δασέα γίνονται τριβόμενα (όπως τα φ, β, δ στα νεοελληνικά) κατά τον 1ο αι. μ.Χ. Για τον ίδιο λόγο στην αρχαία Θήρα (τη Σαντορίνη) οι επιγραφές δεν χρησιμοποιούν τα φ, θ, χ αλλά τα ΠΗ (ΠΗΟΒΟΣ =φόβος), ΤΗ (ΤΗΕΟΣ = θεός), ΚΗ (ΚΗΟΡΑ = χώρα), όπου το Η συμβολίζει τη δάσυνση. Αυτή ακριβώς η δάσυνση, δηλαδή η ανεμπόδιστη εκβολή αέρα, αντιστοιχεί σε ένα χωριστό σύμφωνο στην αρχαία γλώσσα που συμβολιζόταν αρχικά με το γράμμα Η και μεταφέρθηκε στα λατινικά σε λέξεις όπως historia (ΗΙΣΤΟΡΙΑ = ιστορία). Μετά την ορθογραφική μεταρρύθμιση του 403 π.Χ., οι Αθηναίοι υιοθετούν το ιωνικό αλφάβητο και το Η συμβολίζει πλέον ένα μακρό κλειστό [e:]. Εμφανίζεται σε ορισμένες μόνον περιπτώσεις, όπως στη λέξη ὅρος(ΗΟΡΟΣ), που πρέπει να διακριθεί από τη λέξηὄρος (ΟΡΟΣ) (Χριστίδης 2005). Στη Μεγάλη Ελλάδα (Ν. Ιταλία και Σικελία) συμβολίζεται με το αριστερό μισό του Η. Προφέρεται όμως ακόμη και στα ελληνιστικά χρόνια και μέχρι τη χριστιανική εποχή. Έτσι η παλαιά γραφή ΗΕΛΛΑΣ αλλάζει ήδη στους ελληνιστικούς χρόνους και το σύμβολο εξελίσσεται σε ∟ και καταλήγει ως δασεία, δηλαδή ἙΛΛΑΣ.

Τα γράμματα ξ και ψ συμβολίζουν διπλούς φθόγγους [ks] και [ps], όπως και σήμερα. Πριν από την ορθογραφική μεταρρύθμιση του 403 π.Χ., αντί των ψ, ξ έγραφαν χσ, φσ (ἔδοχσεν αντί ἔδοκσεν) παρόλο που υπάρχουν στοιχεία ότι ο πρώτος φθόγγος δεν ήταν δασύς. Εκτός από τα παραπάνω, υπάρχουν επίσης και τα εξής σύμφωνα:
Ένα (επιπλέον) τριβόμενο, που είναι συριστικό, γράφεται όπως και το σημερινό σ και ακούγεται άηχο [s] (σοφός), ή ηχηρό [z] (κόσμος). Όμως το γράμμα ζ συμβολίζει δύο φθόγγους[zd], όπως σημειώνουν οι ίδιοι οι αρχαίοι γραμματικοί (Διονύσιος Θράκας και Διονύσιος Αλικαρνασσέας). Αυτό φαίνεται και σε συνδυασμούς όπως το θύρας + δε που γράφεταιθύραζε, ή το Ἀθήνας + δε που γράφεται Ἀθήναζε. Φαίνεται επίσης και από τον τρόπο που μεταφέρθηκαν στην ελληνική τα περσικά ονόματα: το Auramazda ως Ωρομάζης, το Artavazda ως Αρτάοζος (Χριστίδης 2005).
Δύο ρινικά [m] (μένω), [n] (νέος). Υπήρχε και ρινικό υπερωϊκό [ŋ], όπως προφέρουν μερικοί φυσικοί ομιλητές της ελληνικής τα άγχος, αγκαλιά, ή όπως στα αγγλικά ink, king. Αυτό συμβολίζεται με το γ όπως και σήμερα. Το ληκτικό ν αφομοιώνεται με το επόμενο σύμφωνο ή αποβάλλεται τελείως, όπως και σήμερα. Γι' αυτό και στις επιγραφές εμφανίζονται φράσεις όπως ΕΣ ΣΑΝΙΔΙ (ΕΝ ΣΑΝΙΔΙ) ή Ε ΣΤΕΛΕΙ (ΕΝ ΣΤΕΛΕΙ).
Δύο υγρά: [r] (ἄριστος), [l] (λύω). Για το γράμμα ρ ο Πλάτων λέει ότι «η γλώσσα πάλλεται πάρα πολύ». Ξέρουμε ότι προφερόταν άηχο σε ορισμένες θέσεις. Στην αρχή λέξης για παράδειγμα δασυνόταν, γι' αυτό και στη σημερινή γραφή της αρχαίας γλώσσας εμφανίζεται με δασεία ῥέει, ενώ στα λατινικά η λέξη ῥήτωρμεταφέρεται ως rhetor. Τέτοια είναι η προφορά του rσε αγγλικές λέξεις όπως try, creep, pray. Όταν ήταν διπλό δασυνόταν μόνο το πρώτο, γι' αυτό και οι βυζαντινοί γράφουν αρκτικό ρ με δασεία και εσωτερικό με ψιλή.

Στην αρχαιότατη ελληνική υπήρχε επίσης το δίγαμμα που προφερόταν σαν ένας δασύς χειλοουρανικός φθόγγος [w]. Το δίγαμμα έχει εξαφανιστεί στην αττική διάλεκτο της κλασικής περιόδου. Όταν εκλείπει, από το αρκτικό δασύ [w] μένει μόνον η δασύτητα, π.χ. ἡδύς (που σχετίζεται ετυμολογικά με το αγγλικό sweet). Το δίγαμμα είναι σημαντικό στη μετρική, π.χ. για τα ομηρικά έπη, παρόλο που είναι ήδη υπό εξαφάνιση «κατά την πορεία της επικής γλώσσας» (Chantraine 1968-1980, 1ος τόμ., 153). Στις αρχαιότερες αττικές επιγραφές εμφανίζεται και τοκόππα. Συμβόλιζε ένα ουρανικό κλειστό σύμφωνο που πρέπει να αρθρωνόταν στο πίσω μέρος του ουρανίσκου.

Γράφονται, τέλος, διπλά σύμφωνα στην αρχαία ελληνική (ἄλλος) που συμβολίζουν διπλή προφορά, δηλαδή ένα μακρό φθόγγο (όπως σε σημερινές διαλέκτους της ελληνικής, όπως στα κυπριακά και γλώσσες όπως η ιταλική (π.χ. στη λέξη nonno). Τα διπλά σύμφωνα ξεχωρίζουν λέξεις μεταξύ τους, π.χ. ὄρρος σημαίνει 'γλουτός', ενώ ὄρος σημαίνει 'βουνό'.
5. Ο τόνος

Οι κύριες διαφορές στην προφορά αρχαίων και νέων ελληνικών εντοπίζονται τόσο στα φωνήεντα (διάκριση μακρών-βραχέων και διαφορετικές θέσεις παραγωγής) όσο και στα σύμφωνα (δασέα κλειστά, δάσυνση [h], διπλά σύμφωνα [ll]. Μεγάλη διαφορά υπάρχει όμως και στον τόνο, τον οποίο δεν συζητήσαμε ακόμη. Σημειώνουμε ότι στη νεοελληνική ο τόνος είναι δυναμικός, δηλαδή οι τονισμένες συλλαβές παράγονται με μεγαλύτερη ενέργεια και ο αέρας βγαίνει με μεγαλύτερη δύναμη, χωρίς όμως να αλλάζει το ύψος της φωνής. Αντίθετα, στην αρχαία γλώσσα ο βασικός τόνος ήτανμελωδικός (προσωδιακός). Αυτό σημαίνει ότι σε κάποιες συλλαβές (μέσα σε κάθε λέξη) η φωνή «ανέβαινε», ακριβώς όπως ανεβαίνει ο τόνος της φωνής όταν κάνουμε ερώτηση στη νεοελληνική. Σε διαφορετικές συλλαβές άλλων λέξεων, η φωνή πρώτα ανέβαινε και μετά κατέβαινε. Παρόμοιος προσωδιακός τόνος που χαρακτηρίζει τη λέξη, και όχι την πρόταση, ακούγεται για παράδειγμα στη νορβηγική. Αυτή την κατάσταση επιχειρεί να αποδώσει η σημερινή γραφή της αρχαίας ελληνικής με τη χρήση των τονικών σημείων. (Τόνοι και πνέυματα)

Σημαντική είναι στην αρχαία ελληνική η ποσότητα της συλλαβής και η μετρική ποικιλία. Η συλλαβή με μακρό φωνήεν είναι «βαριά», π.χ. οι πρώτες συλλαβές στα λήγω, πλῆκτρον. Στη συλλαβή με βραχύ φωνήεν η ποσότητα εξαρτάται από την κατάληξή της. Αν λήγει σε φωνήεν είναι «ελαφριά», όπως η πρώτη συλλαβή στο λέγω, για παράδειγμα. Αν όμως λήγει σε σύμφωνο είναι βαριά, όπως η πρώτη συλλαβή στο λεκτός. Σημειώνουμε ότι τόσο η ποσότητα των συλλαβών όσο και το μήκος των φωνηέντων δεν ήταν απλά θέμα διάρκειας. Η βαριά συλλαβή σπλήν διαρκούσε περισσότερο από τη συλλαβή ἤ που είναι επίσης βαριά, ενώ η ελαφριά πρώτη συλλαβή στο ὁδός διαρκούσε λιγότερο από την πρώτη του στρόφος που είναι επίσης ελαφριά.
6. H προφορά της αρχαίας ελληνικής στους νεότερους χρόνους

Οι λόγιοι της βυζαντινής περιόδου (Μάξιμος Πλανούδης 1300 μ.Χ.) επισημαίνουν πως δεν είναι δυνατόν να προφέρονταν στην αρχαιότητα με τον ίδιο τρόπο τόσο διαφορετικά σύμβολα, όπως για παράδειγμα τα απλά γράμματα ή τα δίγραφα ι, η, υ, ει, οι, υι που αντιπροσώπευαν πλέον τον ίδιο φθόγγο. Αυτή η παρατήρηση σημαίνει ότι ήδη οι Βυζαντινοί διάβαζαν τα αρχαία κείμενα όπως περίπου και εμείς σήμερα. Στα 1500 μ.Χ. όμως, όταν φιλοξενείται στη Νεακαδημία (ακαδημία φιλολόγων στη Βενετία) ο ολλανδός ανθρωπιστής Έρασμος (όπως αποδόθηκε στα ελληνικά το λατινικό Desiderius, που μεταφράζει το ολλανδικό του όνομα Geert Geerts), o ιδρυτής της Aldus Manutius έχει εντοπίσει το ηχομιμητικό βή, βή και συμπεραίνει πως διάφορα γράμματα προφέρονταν στην αρχαιότητα διαφορετικά απ' ό,τι στην εποχή του. Ο Έρασμος αναλαμβάνει λοιπόν και εκπονεί μελέτη για το θέμα αυτό που δημοσιεύεται στην Ελβετία το 1528. Στις προτάσεις του στηρίχτηκε η πρακτική που επικράτησε για την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων στα ευρωπαϊκά σχολεία (εκτός της Ελλάδας) από τον 19ο αιώνα και μετά. Σημειώνουμε ότι σήμερα η ερασμιακή προφορά παρουσιάζει προσαρμογή στις διάφορες τοπικές γλώσσες των χωρών όπου χρησιμοποιείται, αλλά ακολουθούνται συνολικά οι εξής συμβάσεις:
Τα φ, θ, χ δεν διαβάζονται ως δασέα, αλλά ως [f, t, k]. (στην Αγγλία το θ διαβάζεται όπως και στην Ελλάδα)
Τα β, δ, γ διαβάζονται [b, d, g]
Το ζ διαβάζεται [ts], [dz] ή [z]
Τα φωνήεντα δεν διακρίνονται σε μακρά και βραχέα.
Το η διαβάζεται [e] ή [ε].
Οι δίφθογγοι διαβάζονται με φωνήεν + ημίφωνο εκτός του ου (που διαβάζεται [u]).

Oι έλληνες γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι η χρήση της νεοελληνικής προφοράς στην ανάγνωση των αρχαίων κειμένων διευκολύνει τους μαθητές των ελληνικών σχολείων, αλλά ότι είναι αναγκαίο να εξηγείται το φωνητικό και το φωνολογικό σύστημα της αρχαίας ελληνικής και η εξέλιξή του. Επισημαίνουν ότι αυτό πρώτον θα συμβάλει στην κατανόηση του γραμματικού συστήματος και δεύτερον θα δώσει ακριβέστερη εικόνα της αρχαίας γλώσσας (Πετρούνιας 2001δ)
Βιβλιογραφία

ALLEN, W. S. 1965. Vox Latina: A Guide tο the Pronunciation of Classical Latin. Cambridge: Cambridge University Press.
---. [1968] 1987. Vox Graeca: A Guide to the Pronunciation of Classical Greek. 3η έκδ. Cambridge: Cambridge University Press. Ελληνική μτφρ. Μ. Καραλή & Γ. Μ. Παράσογλου με τίτλο Vox Graeca: Η προφορά της ελληνικής την κλασική εποχή (Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], 2000).
ANTONOPOULOU, E. & S. PAGONI-TETLOW. 2004. The Sounds of English: Units and Patterns. Potters Bar, Herts.: JRT Systems.
BLASS, f. 1883. Ober die Aussprache des Griechischen. 3η έκδ. Βερολίνο: Wiedmannsche Buchhandlung.
BROWNING, r. 1969. Medieval and Modern Greek. Λονδίνο: Hutchinson. 2η έκδ. 1983. Mτφρ. Δ. Σωτηρόπουλος με τίτλο Η ελληνική γλώσσα, μεσαιωνική και νέα (Αθήνα: Παπαδήμας, 1972).
CHANTRAINE, p. 1968-1980. Dictionnaire étymologique de lα langue grecque. Histoire des mots. 2 τόμ. Παρίσι: Klincksieck.
COULMAS, F. 1981. Uber Schrifi. Φρανκφούρτη: Suhrkamp.
CRUTTENDEN, A. επιμ. 1994. Gimson's Introduction to the Pronunciation of English.Λονδίνο: Edward Arnold.
DEBRUNNER, α. & Α. SCHERER. 1969. Geschichte der griechischen Sprache. 2ος τόμ.,Grundfragen und Grundzüge des nachklassichen Griechisch. Βερολίνο: De Gruyter. Mτφρ. Χ. Συμεωνίδης με τίτλο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, 2ος τόμ., Βασικά ζητήματα και γνωρίσματα της μετακλασικής ελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη, 1983).
INTERNATIONAL PHONETIC ASSOCIATION. [1949] 1996. The Principles of the International Phonetic Association UFA. Λονδίνο.
KOHLER, K. J. 1977. Einführung in die Phonetik des Deutschen. Grundlagen der Germanistik 20. Βερολίνο: Schmidt.
LADEFOGED, P. 2001. Vowels and Consonants: An Introduction to the Sounds of Languages. Malden MA & Οξφόρδη: Blackwell.
LAUM, B. 1928. Das alexandrinisches Akzentuationssystem unter Zugrundelegung der theoretischen Lehren der Grammatiker und mit Heranziehung der praktischen Verwendung in den Papyri. Paderborn: Schöningh. Ανατύπωση, Νέα Υόρκη & Λονδίνο: Johnson Reprint, 1968.
LUPAŞ, L. 1972. Phonologie du grec attique. Χάγη & Παρίσι: Mouton.
STOLL, H. a. 1962. Erasmisches und Reuchlinisches Griechisch? Στο Rennaissance und Humanismus in Mittel - und Osteuropa: eine Sammlung von Materialien, επιμ. G. Bockisch, 89-97. Schriften der Sektion für Altertumswissenschaft, Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin 32 (1). Βερολίνο: Akademie-Verlag.
SOMMERSTEIN, a. H. 1973. The Sound Pattern of Ancient Greek. Philological Society 23. Οξφόρδη: Blackwell.
STRAKA, G.1965. Album phonétique. Quebec: Les Presses de l'Université Laval.
TEODORSSON, s.-T. 1974. The Phonemic System of the Attic Dialect 400-340 B.C. Studia Graeca et Latina Gothoburgensia 32. Lund: Acta Universitatis Gothoburgensis.
---. 1977. The Phonology of Ptolemaic Koine. Studia Graeca et Latina Gothoburgensia 36. Lund: Acta Universitatis Gothoburgensis.
---. 1978. The Phonology of Attic in the Hellenistic Period. Studia Graeca et Latina Gothoburgensia 40. Uppsala: Acta Universitatis Gothoburgensis.
THREATTE, L. 1980. The Grammar of Attic Inscriptions. 1ος τόμ., Phonology. Βερολίνο & Νέα Υόρκη: De Gruyter.
ΠΕΤΡΟΥΝΙΑΣ, Ε. 2001α. Η προφορά της αρχαίας ελληνικής: Τεκμήρια και υποθέσεις. Στο ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ 2001, 410-420.
---. 2001β. Η προφορά της κλασικής ελληνικής. Στο ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ 2001, 402-409.
---. 2001γ. Εξέλιξη της προφοράς κατά την ελληνιστική εποχή. Στο ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ 2001, 442-450.
---. 2001δ. Η προφορά της αρχαίας ελληνικής στους νεότερους χρόνους. Στο ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ 2001, 947-957.
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ, Μ. [1938] 1993. Νεοελληνική γραμματική: Ιστορική εισαγωγή.3ος τόμ. του Άπαντα. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ, Α.-Φ., επιμ. 2001. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές ως την ύστερη αρχαιότητα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
---. 2005. Πώς προφέρονταν τα αρχαία ελληνικά. Στο Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, 108-116. Αρχαιογνωσία και αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση 1. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].