Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Χαρίτα Μάντολες. Μία γυναίκα σύμβολο, που στην όψη της αποτυπώνεται ολόκληρο το δράμα της Κύπρου, εκείνου του μαύρου καλοκαιριού του 1974, που έμελλε να της στιγματίσει ολόκληρη τη ζωή της.


Χαρίτα Μάντολες. Μία γυναίκα σύμβολο, που στην όψη της αποτυπώνεται ολόκληρο το δράμα της Κύπρου, εκείνου του μαύρου καλοκαιριού του 1974, που έμελλε να της στιγματίσει ολόκληρη τη ζωή της.
Γυναίκα-σύμβολο της Κύπρου, η Χαρίτα Μάντολες πρωταγωνίστρια ενός βιβλίου
Μαζί στο ΡΙΚ - Οι Δώδεκα Νεκροί της Χαρίτας Μάντολες

"ΜΝΗΜΕΣ ΑΞΕΘΩΡΙΑΣΤΕΣ" ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Ιστορία Κύπρου - 1974 - Ντοκιμαντέρ PIK
Πόσα και πόσα γράφτηκαν γι' αυτήν τη γυναίκα. Τόνοι από μελάνι. Το αξίζει. Όταν σου διηγείται τα όσα βίωσε μεταξύ 20-25 Ιουλίου του 1974, σε μεταφέρει με τα λόγια της στον χώρο όπου δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ 12 λεβέντες, μεταξύ των οποίων ο άντρας της Ανδρέας, οι σύζυγοι των δύο αδελφάδων της Γιαννούλας και Μάρως, ο πατέρας της, ο θείος και νονός της και ο ξάδελφός της.
Με αφορμή την σημερινή μαύρη επέτειο το Sigmalive της δίδει το βήμα για να μιλήσει ξανά για τα όσα τραγικά, αλλά και τραυματικά βίωσε.

Η συνάντησή μας

Τη Χαρίτα Μάντολες τη συναντώ τη Δευτέρα, 11 Ιουλίου, λίγο πριν το μεσημέρι. Με υποδέχεται με μία ζεστή αγκαλιά και η πρώτη της κουβέντα ήταν: «Καλωσορίσετε γιε μου. Τι θέλετε να σας φέρω; Νερό, λεμονάδα, καφέ; Ό,τι θέλετε». Αφού μας φίλεψε με λεμονάδα σπιτίσια, αποφασίζουμε να καθίσουμε στην αυλή του σπιτιού που διαμένει σήμερα στον Προσφυγικό Συνοικισμό του Αγίου Αθανασίου για να συνομιλήσουμε. Τη νιώθω ότι θέλει να πει και την αφήνω να πει όσα ήθελε. Η κουβέντα μας κράτησε κάπου μιάμιση ώρα, αλλά ούτε που το κατάλαβα. Την παρακολουθούσα να μου εξιστορεί με γλαφυρότητα και καθαρά τα όσα μου έλεγε. Ακόμα και μέχρι σήμερα έχω την εικόνα της μπροστά μου. Ένα ήρεμο πρόσωπο με μεγάλα κρυστάλλινα μάτια να μου μιλούν, προσπαθώντας να μην αφήσουν ούτε ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλό της.



Το χρονικό

Για την ίδια η ζωή της σταμάτησε το μαύρο πρωινό της 20ής Ιουλίου 1974. Ήταν τότε 27 χρονών. Είχε προλάβει να παντρευτεί και να κάνει δύο παιδιά. Την Ειρήνη που τότε ήταν δύο χρονών και τον Γιάννο, ενός έτους. «Η ζωή σταμάτησε εκείνη τη μέρα. Να στραφούμε πίσω και θα αρχίσουμε να μεγαλώνουμε», μου λέει κι αρχίζει να στρέφει τη μνήμη της πίσω. Την 20ή Ιουλίου ζούσε στο χωριό Ελιά της Κερύνειας, το οποίο ήταν μόλις ένα χιλιόμετρο μακριά από το σημείο όπου άρχισαν την αποβίβαση οι Τούρκοι. «Το προηγούμενο βράδυ της εισβολής ο άντρας μου άκουγε συνεχώς στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις. Ήθελε να ξέρει τι συνέβαινε στον τόπο μας μετά το πραξικόπημα. Λίγο πριν να κοιμηθούμε μου είπε ότι θα σηκωνόταν πρωί για να πάει στο Κάστρο να πάρει τσιγάρα στους κουμπάρους μας, οι οποίοι φυλακίστηκαν εκεί από τους πραξικοπηματίες. Στις 5.20 ακούστηκαν οι πρώτες εκρήξεις και τότε σηκωθήκαμε πάνω για να φύγουμε. Πιάσαμε τα μωρά, τους κάναμε από ένα μπιμπερό γάλα, ξυπνήσαμε τον πατέρα μου και ξεκινήσαμε για να πάμε να κρυφτούμε στα λεμονόδεντρα. Καθώς φεύγαμε βλέπαμε τα αεροπλάνα να περνάνε από πάνω μας και να πετάνε συνεχώς σφαίρες, ενώ τα πλοία από τη θάλασσα βομβάρδιζαν συνεχώς. Τελικά καταφέραμε να φτάσουμε και μείναμε εκεί ώς το μεσημέρι. Όσο περνούσε όμως η ώρα ερχόντουσαν συνεχώς πλάσματα. Άλλοι έμεναν μαζί μας και σε άλλους δίναμε λίγο νερό και ψωμί και έφευγαν. Μεταξύ αυτών ήταν κι ο Γιαννάκης Κοζάκου, 14 ετών, που έχασε τους γονείς του και ήρθε κι έκατσε κοντά μας. Από το σημείο πέρασε κι ο Θεόδωρος Σαββίδης, με τα τρία μωρά του, που έχασε τη γυναίκα του και την πεθερά του. Τους δώσαμε να φάνε κι έφυγαν κι αυτοί», προσθέτει.

Κρυμμένοι στον στάβλο…
Μόλις μεσημέριασε, συνεχίζει, αποφασίζουν να πάνε να κρυφτούν σε ένα πιο ασφαλές σημείο, αφού οι Τούρκοι είχαν βγει από τη θάλασσα, ενώ οι σφαίρες έπεφταν σαν βροχή και υπήρχε κίνδυνος να σκοτωθούν από τις αδέσποτες σφαίρες. «Μπήκαμε στον στάβλο της αδελφής μου που ήταν κάτω από το σπίτι της. Λίγο μετά οι αδελφές μου με τα παιδιά ξεκίνησαν να φύγουν με αυτοκίνητο. Δεν πρόλαβαν να πάνε μακριά κι οι Τούρκοι άρχισαν να τους βάλλουν με τα αεροπλάνα. Τότε άφησαν το αυτοκίνητο και βγήκαν έξω και μπήκαν στον ποταμό να γλιτώσουν. Όταν έφτασαν στην Ελιά άκουσαν Τούρκους να τους φωνάζουν ‘ελάτε πάνω, παραδοθείτε’. Εκεί οι Τούρκοι τους είπαν να φύγουν και να μη φοβούνται γιατί η Κύπρος είναι τουρκική. Ξαναμπήκαν στον ποταμό κι επέστρεψαν εκεί που ήμασταν κι οι υπόλοιποι. Νύχτωσε. Δεν ξέρω πώς καταφέραμε να κοιμηθούμε έστω και λίγο. Όταν ξημέρωσε ήρθε η γυναίκα του Θεόδωρου (Σαββίδη), η Μαρούλλα, κι έψαχνε τον άντρα της και τα μωρά της. Της είπαμε να μείνει μαζί μας, ενώ ο άντρας μου βγήκε να πάει να φέρει γάλα. Πήγα να βγω και ‘γω για να τον ακολουθήσω και άρχισε το αεροπλάνο να ρίχνει σφαίρες. Αναγκαστικά επέστρεψα πίσω. Έπειτα από λίγο ήρθε ο Αντρίκκος κι έφερε ένα άδειο βάζο. Όταν τον ρώτησα πού είναι το νερό, μου έγνεψε να πάμε κάπου παράμερα για να μου πει κάτι. Μου είπε ότι βρήκε έναν πληγωμένο στρατιώτη στον φούρνο του σπιτιού κι ότι έπρεπε να πάμε να τον φροντίσουμε. Έτσι κάναμε. Τον βοηθήσαμε, τον κάναμε μπάνιο, τον περιποιηθήκαμε, φροντίσαμε τις πληγές του και τον ντύσαμε με ρούχα του άντρα μου», συνεχίζει.



Η περίθαλψη ενός τραυματία

Σε αυτό το σημείο κάνει μία μικρή παρένθεση και μου αναφέρει ένα περιστατικό που έγινε εν όσω περιποιούνταν τον πληγωμένο στρατιώτη. «Ενώ περιθάλπαμε τον στρατιώτη ήρθε κι η μητέρα της Μαρούλλας, η Χρυσταλλού. Όταν είδε την κόρη της αποφάσισαν να φύγουν για να πάνε να βρουν τον άντρα και τα παιδιά της. Προσπάθησα να τις σταματήσω αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν πρόλαβαν να πάνε μακριά, όμως, και τις άρπαξαν οι Τούρκοι. Από τότε αγνοείται η τύχη τους. Ακούστηκε, βέβαια, ότι τη Μαρούλλα την πήρε ένας Τούρκος αξιωματικός στην Τουρκία και την παντρεύτηκε.

Όμως κανείς ειλικρινά δεν ξέρει τι απέγιναν αυτές οι γυναίκες. Αν τις σκότωσαν, αν τις βίασαν, αν τις βασάνισαν οι Τούρκοι, αν ζουν σήμερα», προσθέτει με πόνο. Αφού περιέθαλψαν τον τραυματισμένο στρατιώτη, είπαν με τον σύζυγό της να μείνουν ακόμα λίγο στο σπίτι, μιας και βγήκαν κι άλλοι από τον στάβλο και μπήκαν εκεί. «Σε κάποια στιγμή πέρασε έξω από το σπίτι μας ένας στρατιώτης. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι άρχισαν οι βομβαρδισμοί και οι ρίψεις σφαιρών. Από τον φόβο μας πιαστήκαμε από τη δοκό του σπιτιού, γιατί φοβόμασταν ότι θα έπεφτε πάνω μας. Κάθισα δίπλα στον τραυματία και τον ρώτησα από πού ήταν και πώς βρέθηκε στην περιοχή μας. Ο Χριστόφορος Γιατρού ήταν από τον Άη Γιάννη του Αγρού και μαζί με άλλους Μακαριακούς τους έβαλαν σε ένα λεωφορείο και τους έστειλαν στο χωριό μας.

Όπως μου είπε, όλοι όσοι ήταν μαζί του σκοτώθηκαν από τους Τούρκους κι ο ίδιος κατάφερε να γλιτώσει παριστάνοντας τον πεθαμένο. Όταν νύχτωσε σύρθηκε μέχρι το σπίτι μας κι έμεινε εκεί περιμένοντας κάποιον να τον βοηθήσει και ευτυχώς τον βοηθήσαμε. Συνομιλώντας μαζί του πέρασε κι η ώρα. Όταν σταμάτησαν οι όλμοι επιστρέψαμε στον στάβλο», συμπληρώνει.

Ο Τούρκος που τους βοήθησε

Αφού κατάφεραν να ξαναμπούν στον στάβλο κάθισαν να ηρεμήσουν. Το απόγευμα, ωστόσο, άκουσαν φασαρία. Τότε κατάλαβαν ότι τους είχαν περικυκλώσει οι Τούρκοι με τα όπλα. «Αποφασίσαμε να παραδοθούμε, αλλά οι αντράδες μας δεν δέχονταν. Τελικά μια ξαδέλφη μου αποφάσισε να μιλήσει στους Τούρκους και να τους πει ότι παραδινόμαστε. Βγαίναμε ένας-ένας έξω από τον στάβλο και μας κάθισαν στη βεράντα της αδελφής μου. Εκεί μας πήραν τα μπιμπερά και τις τσάντες και τις ποδοπατούσαν, ενώ ενός αξιωματικού, του Κώστα Μέλισσου, του έκαναν τα πάνδεινα για να μιλήσει και να τους πει πού υπάρχουν όπλα. Σε κάποια στιγμή μας ανακοίνωσαν ότι θα μας πάρουν αιχμαλώτους και μας είπαν να σηκωθούμε.

Ένα χιλιόμετρο πιο κάτω μας είπαν να στρίψουμε αριστερά σε έναν αγροτικό δρόμο. Εκεί υπήρχε μία ελιά και μας έβαλαν να καθίσουμε όλους από κάτω και να περιμένουμε μέχρι να ‘ρθει ο αξιωματικός για να αποφασίσει τι θα μας έκαναν. Αν θα μας κρατούσαν τελικά αιχμαλώτους ή αν θα μας σκότωναν επί τόπου», εξιστορεί η κ. Μάντολες, λέγοντας πως όπως κάθισαν έβλεπαν προς την πλευρά που ήταν το ξωκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. «Τον παρακαλούσαμε να μας βοηθήσει να γλιτώσουμε», εξηγεί, αναφέροντάς μου πως γύρω τους οι Τούρκοι είχαν στήσει τα όπλα και πυροβολούσαν συνεχώς στον αέρα για να τους εκφοβίσουν. «Ενώ καθόμασταν τράβηξαν έναν άντρα με το μωρό του και απειλούσαν να τον σκοτώσουν, αλλά τελευταία στιγμή γλίτωσε», προσθέτει και θυμάται: «Εν τω μεταξύ, ενώ βλέπαμε προς τον εκκλησάκι, διακρίναμε έναν Τούρκο να είναι κρυμμένος μέσα σε μία κουφάλα ελιάς και να μας γνέφει.

Τότε διερωτηθήκαμε όλοι τι ήθελε να μας πει. Καταλάβαμε ότι μας έλεγε όταν ξεκινήσουν οι πυροβολισμοί να πέσουμε κάτω και να κάνουμε τους νεκρούς για να γλιτώσουμε. Τα τελευταία λόγια του άντρα μου ήταν ‘όταν ξεκινήσουν οι Τούρκοι να πυροβολούν πέσε κάτω και κάνε τη νεκρή’. Κι αυτό έπραξα, πιστεύοντας ότι αυτό θα έκανε κι ο ίδιος», λέει και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο μάγουλό της.



«Είναι ταινία και γυρίζουν στο μυαλό μου»

Στο σημείο αυτό την προτρέπω να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα. Ούτε που ήθελε να ακούσει. «Γιε μου τούτα που ζήσαμε εν όπως την ταινία. Περνούν μπροστά μου όλη μέρα», μου υποδεικνύει και συνεχίζει να εξιστορεί τα όσα έζησε. «Μόλις ήρθε ο αξιωματικός έδωσε οδηγία να μας σκοτώσουν όλους. Διαμαρτυρηθήκαμε. Ρωτήσαμε γιατί, αλλά ήταν ανένδοτος. Με το χέρι του έδειξε να μας σκοτώσουν όλους. Τότε μας είπαν οι Τούρκοι ‘σηκωθείτε πάνω’. Στην αρχή μας έβαλαν να περπατάμε δύο-δύο, μετά να περπατάμε τρεις-τρεις και μετά ξανά δυο-δυο μέχρι να μας ανακατέψουν. Τότε κατάλαβα ότι ήθελαν να μας ανακατέψουν για να μας σκοτώσουν κι έσφιξα τόσο δυνατά την κόρη μου που πίστευα ότι την έπνιξα.

Αμέσως άρχισαν οι πυροβολισμοί. Θυμάμαι τον Κώστα Μέλισσο τον πυροβόλησαν και προσπάθησε να σηκωθεί και τον ξαναπυροβόλησαν. Δεν το ‘βαλε κάτω. Προσπάθησε να ξανασηκωθεί. Αγκάλισε τον κορμό και σηκώθηκε ξανά. Μόλις στάθηκε στα πόδια του, τον πυροβόλησαν ξανά. Εκείνη την ώρα ήρθαν στο μυαλό μου τα λόγια του άντρα μου κι όπως κρατούσα στην αγκαλιά μου την Ειρήνη έπεσα κάτω κι έκανα τη νεκρή. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε και ξαφνικά ένιωσα κάποιον να με κλωτσά και διερωτόμουν αν ήμουν ζωντανή. Τότε κοίταξα να δω αν είναι ζωντανή κι η κόρη μου, η οποία άνοιξε τα μάτια της. Είδα ότι ήταν ζωντανή και δεν ήξερα αν εγώ ήμουν ζωντανή. Αφού άγγιξα το πόδι μου και σιγουρεύτηκα, σηκώθηκα και έψαχνα τον άντρα μου να δω αν ήταν ζωντανός. Φώναζα ‘Αντρίκκο, Αντρίκκο’, τίποτα. Τον έψαχνα και τελικά ήταν μπροστά μου.

Έκανα ένα-δυο βήματα για να τον πλησιάσω κι είδα το μωρό μας το μικρό να είναι πάνω του πληγωμένο. Στο τρίτο βήμα οι Τούρκοι με έριχναν πίσω. Πάλεψα να πλησιάσω στον άντρα μου και να δω αν ήταν ζωντανός. Δεν με άφηναν. Φώναζα ‘αφήστε με να δω τον άντρα μου’. Στη συνέχεια πάλευα για να πιάσω το μωρό μου και τα κατάφερα έπειτα από πολλές προσπάθειες. Όμως μου το έπιασαν και το έριξαν μακριά. Τότε το πήρε μία κοπέλα και μόλις το έπιασε την άρπαξαν οι Τούρκοι. Μπήκε μπροστά της μία γιαγιά και οι Τούρκοι την ξέσκισαν με τη λόγχη. Άρπαξαν την κοπέλα και τη βίασαν μπροστά στα μάτια μας. Εγώ τότε έτρεξα να πιάσω τον γιο μου και έτρεξε μαζί μου η μεγάλη μου η αδελφή και μου είπε ‘άφησμού το και ‘γω έχασα και τα τρία μου μωρά’. Νόμιζε ότι ήταν πεθαμένα αλλά τελικά δεν ήταν πεθαμένα, ευτυχώς», συμπληρώνει περαιτέρω.

Τρεις μέρες χωρίς νερό και φαΐ

Τελικά, έπειτα από αρκετές μάχες, κατάφεραν και ξέφυγαν από τους Τούρκους. Τότε τις είδε ο Βασίλης με τον οποίο πήγαν τα παιδιά της αδελφής της και τους τα έφερε. Ακολούθως ο ίδιος μπήκε σε έναν λάκκο, όπου έμεινε για επτά μέρες. Για καλή του τύχη τον βρήκαν οι δικοί μας στρατιώτες κατά την εκεχειρία και τον περιμάζεψαν. Όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από την ομαδική δολοφονία βρήκαν καταφύγιο σε άλλο στάβλο του θείου της Χαρίτας Μάντολες και μπήκαν εκεί μέσα για να γλιτώσουν. «Κάναμε τρεις μέρες εκεί νηστικοί και λιεροί, με τραυματίες», μου τονίζει, λέγοντάς μου πως το μωρό, ένα από τα μωρά της αδελφής της, ήταν τριών μηνών κι επειδή έκλαιγε συνεχώς την προέτρεπαν οι υπόλοιποι να το πνίξει. «Για να μην ακούνε τα μωρά, τους βάζαμε βαμβάκι από στρώμα που βρήκαμε στον στάβλο στ' αφτιά, ενώ κάποιες φορές τους το βάζαμε και στο στόμα για να μην ακούγονται όταν κλαίνε.

Την τρίτη μέρα είδαμε στρατιώτες να περνούν μπροστά από τον στάβλο. ‘Πρέπει να δικοί μας’, είπαμε γιατί ήταν με κοντά, ενώ οι Τούρκοι ήταν οπλισμένοι. Τότε η θεία μου είπε ‘θα βγω εγώ να δω’. Βγήκε και οι στρατιώτες τής ένεψαν να κρυφτεί. Ήρθαν με την κοιλιά τους στο σημείο. Μπήκαν μέσα κι επειδή είχαμε βάλει το στρώμα στην πόρτα αυτό έπεσε. Τότε μας είπαν ‘ποιος σας είπε να βάλετε τούτο το στρώμα μπροστά που την πόρτα; Είχατε Άγιο’ μας είπαν επειδή έμπαιναν οι σφαίρες στο στρώμα και γλιτώσαμε», προσθέτει και θυμάται την κόρη της αδελφής της που ήταν τριών μηνών και ήταν αφημένη σε μία ταΐστρα να ‘ναι ματωμένα τ' αφτάκια της από τα κτυπήματα του κεφαλιού της.

Όπως μας αποκαλύπτει, από τότε το μωρό έμεινε κουφό και βάζει ακουστικά για να μπορεί να ακούει σήμερα, ενώ οι στρατιώτες έφεραν λίγο ζουμί από ρύζι και την τάισαν.

Το τέλος των τραγικών εκείνων ωρών

Μετά τον εντοπισμό τους από τους στρατιώτες τελείωνε και το μαρτύριο που ζούσαν εκείνα τα εικοσιτετράωρα και άρχιζε ένα άλλο, πιο μεγάλο δράμα. Όπως θυμάται, από την περιοχή πέρασε ένα λεωφορείο και τους παρέλαβε. Κατά τραγική ειρωνεία οδηγός του λεωφορείου ήταν ο άντρας της Μαρούλλας, της γυναίκας που χάθηκαν τα ίχνη της μαζί με της μητέρας της στις 21 Ιουλίου. Μαζί του είχε και τα παιδιά τους.

Στη συνέχεια, αφού πέρασε από τις Πρώτες Βοήθειες στο Νοσοκομείο της Λαπήθου, πήγε με τον θείο της στον Καραβά όπου έμεινε ώς τις 26 του μήνα, καθώς και πάλι έπρεπε να φύγουν άρον-άρον γιατί έμπαιναν στο χωριό οι Τούρκοι. Τελικώς φτάνει στην Πλατανιστάσσα όπου έμεινε μαζί με άλλους σε έναν ποταμό ώς τις 6 Αυγούστου που αποφάσισε να ‘ρθει στη Λευκωσία, να εγγραφεί στον Ερυθρό Σταυρό και να δηλώσει τους αγνοουμένους της. Τότε άρχισε κι ο αγώνας της για διακρίβωση της τύχης των δικών της ανθρώπων.

Ο εντοπισμός των δικών της ανθρώπων

Τον εντοπισμό των 12 αγνοουμένων, έξι από αυτούς δικοί της άνθρωποι, της Ελιάς μπορεί κάποιος να της τον χρεώσει. Όπως μας αναφέρει, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα σκεφτόταν για μέρες αν έπρεπε να πάει ή όχι στα κατεχόμενα. Τελικά αποφασίζει να πάει μόνο στο σημείο της εκτέλεσης. Μαζί της πήγε κι ο αείμνηστος συνάδελφος Δημήτρης Αντρέου, με τον οποίο έκαναν και σχετικό ρεπορτάζ. Μόλις προβλήθηκε το ρεπορτάζ πήγαν στην περιοχή οι Τούρκοι κι έκαναν εκσκαφές, εντοπίζοντας τα οστά των δολοφονηθέντων εν ψυχρώ. «Όταν έγινε γνωστή η είδηση, πήρα τηλέφωνο την Επιτροπή Αγνοουμένων να δω ότι ήταν στο σωστό σημείο και αρνήθηκαν όλοι να πάνε μαζί μου. Τελικά πήγα μόνη μου και όντως ήταν το σωστό σημείο», συνεχίζει, λέγοντας πως το 2008 τους παρέδωσαν τους δικούς τους ανθρώπους, τους οποίους και έθαψαν.

Την ίδια χρονιά λαμβάνει τηλεφώνημα από τότε Επίτροπο για Ανθρωπιστικά Θέματα, ο οποίος της ανέφερε πως τα οστά που τους δόθηκαν ήταν λειψά. Έτσι αποφασίζει να ξαναπάει στο σημείο για νέες εκταφές. Κατά τις νέες εκταφές εντοπίστηκαν κι άλλα οστά, αλλά κι άλλα αντικείμενα των δώδεκα, τα οποία θάφτηκαν στο Τύμβο της Μακεδονίτισσας το 2012 και στην πλάκα αναγράφονται όλα τα ονόματα των αποθανόντων εκείνης της ημέρας. Για εκείνη τη μέρα η Χαρίτα Μάντολες μού είπε: «Όταν ξεκίνησε η εκταφή και βγήκε η χούφτα του εκσκαφέα από το έδαφος κρεμόταν το πουκάμισο του ανιψιού της με μισή σιαγόνα και δυο δόντια. Ήταν ένα μακάβριο θέαμα. Η αδελφή του πετάχτηκε πάνω και το άρπαξα με τη μία. Ήταν ένα κίτρινο πουκάμισο που λες πως εκείνη την ώρα θάφτηκε. Έχει φωτογραφία ο γιος μου την οποία πάλεψε για να την κρατήσει», προσθέτει.

Ο αγώνας συνεχίζεται

Για τη Χαρίτα Μάντολες όμως, παρ' ότι βρήκε τους δικούς της, ο αγώνας δεν σταματά. Όπως μου τονίζει, θα συνεχίσει τον αγώνα της μέχρι να διακριβωθεί η τύχη όλων των αγνοουμένων, αλλά και μέχρι να τιμωρηθούν και να πληρώσουν όλοι όσοι ευθύνονται για την τραγωδία που βιώνει εδώ και 42 χρόνια ο τόπος μας. Σε σχέση με τα παιδιά της μου αναφέρει πως η Ειρήνη απέκτησε δύο παιδιά, έναν γιο και μία κόρη, όπως και ο γιος της Γιάννος. Μάλιστα, ο εγγονός της Ανδρέας, γιος του Γιάννη, την περασμένη βδομάδα κατετάγη στον στρατό.