Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

H ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (BIS) – Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ



H ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (BIS) – Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ.
Η ΧΑΖΑΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΦΤΙΑΧΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΛΟΥΤΟ ΚΑΙ ΧΡΥΣΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ.

Η Ιστορία και η Οργάνωση της Τράπεζας Διεθνών ΔιακανονισμώνΗ BIS, (έχει την έδρα της στη Βασιλεία της Ελβετίας), ιδρύθηκε το 1930 από τη Διάσκεψη της Χάγης ως διεθνής χρηματοοικονομική οργάνωση, που επέβαλαν οι Χαζάροι τραπεζίτες.
Η BIS είναι ένας διεθνής οργανισμός, που έφτιαξαν οι Χαζάροι Τραπεζίτες, που προωθεί την διεθνή νομισματική και οικονομική συνεργασία και χρησιμεύει ως μια Τράπεζα για τις Κεντρικές Τράπεζες που ιδιοκτήτες των είναι οι ίδιοι Χαζάροι-Ασκεναζί Τραπεζίτες.

Το αντικείμενο της Τράπεζας ήταν να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των Κεντρικών Τραπεζών, που η πλειοψηφία των μετόχων είναι ιδιώτες Χαζάροι και άλλων φορέων με σκοπό την άσκηση νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρώπη και σε όλο τον Κόσμο, ως εργαλείο βασικού σχεδιασμού της Νέας Τάξης των Ιλουμινάτων και άλλων αποκρυφιστικών λεσχών. Η Τράπεζα δρα ως ένα φόρουμ για συζήτηση και λήψη αποφάσεων μεταξύ των ιδιωτικών Κεντρικών Τραπεζών και στο πλαίσιο της διεθνούς χρηματοπιστωτικής και εποπτείας της παγκόσμιας κοινότητας. Ένα κέντρο για την οικονομική και νομισματική έρευνα, πρωταρχικό αντισυμβαλλόμενο για τις Κεντρικές Τράπεζες στις οικονομικές τους συναλλαγές και ένας πράκτορας ή διαχειριστής, σε σχέση με τις διεθνείς χρηματοοικονομικές πράξεις τις οποίες πάλι οι Χαζαρογενείς καθορίζουν.

Η BIS αρχικά κυρίως επικεντρώθηκε στην Ευρώπη. Από τη δεκαετία όμως του 1960 και μετά, έγινε ολοένα και πιο παγκόσμια στις δραστηριότητες της, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της Νέας Τάξης.
Για πάνω από 86 χρόνια, στην μακρά ιστορία της, η BIS έχει συμμετάσχει σε πολλά ιστορικά γεγονότα και τις εξελίξεις στο νομισματικό και χρηματοπιστωτικό τομέα στα πλαίσια του σχεδιασμού των Ιλουμινάτων της Νέας Τάξης.
Αυτές περιλαμβάνουν, για να αναφέρουμε μόνο μερικά, οι επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1931, η χρηματοδοτήσεις αμφοτέρων των αντιπάλων του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η ανοικοδόμηση της ευρωπαϊκής πολυμερούς πληρωμών στη δεκαετία του 1950, η διαχείριση του συστήματος του Bretton Woods το 1960, και η διεθνείς συνεταιριστικές προσπάθειες να ασχοληθεί με την πτώση του πληθωρισμού και του τραπεζικού και κρίσεις χρέους στη δεκαετία του 1970 μέσα από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα με την Παγκόσμια Οικονομική κρίση.

Η BIS έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πρώιμη ιστορία της ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης (πριν από την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ινστιτούτο στη Φρανκφούρτη το 1994). Φιλοξένησε επίσης στους εμπειρογνώμονες ανάπτυξη ενός Διεθνούς
Πλαίσιου του Κεφαλαίου (γνωστό και ως Βασιλεία ΙΙ), μια φιλόδοξη παγκόσμια συμφωνία με στόχο την ενίσχυση των κανόνων κεφαλαιακής επάρκειας για τις τράπεζες των χαζάρων που δραστηριοποιούνται διεθνώς.

Αρχή φόρμας
Νομικό καθεστώς και οργανωτική δομή

Η BIS δημιουργήθηκε από μια διεθνή συνθήκη που υπογράφηκε από τις κυβερνήσεις (Χάγη, 20 Ιανουαρίου του 1930), αλλά έχει συσταθεί και ελέγχεται αποκλειστικά από τις χαζάρικες ιδιωτικές Κεντρικές Τράπεζες.
Την ίδια στιγμή, όπως κάθε τράπεζα έτσι και η BIS είναι μια ιδιωτική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, που έχει συσταθεί σύμφωνα με την ελβετική νομοθεσία, με εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο.
Η διοίκηση της BIS ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιο των Διευθυντών της, το οποίο διορίζει, μετά από σχετική πρόταση του Προέδρου της, έναν Γενικό Διευθυντή, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις της Τράπεζας και είναι ο επικεφαλής του προσωπικού λειτουργίας της.
Επιπλέον, ο Πρόεδρος της Τράπεζας ήταν επίσης ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, εκτός από τα έτη 1937-1948.
Η θέση του προέδρου της BIS καταργήθηκε το 2005.
Εκτός από το Διοικητικό Συμβούλιο, η κύρια διαδικασία λήψης αποφάσεων της Τράπεζας είναι η Ετήσια Γενική Συνέλευση των Κεντρικών Τραπεζών των Κρατών.

Το αρχικό κεφάλαιο της Τράπεζας εκδόθηκε για τις Κεντρικές Τράπεζες μέλη της, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν τις μετοχές για την εγγραφή στο δημόσιο (αν και δικαίωμα παράστασης και ψήφου κατά τη Γενική Συνέλευση της BIS παρέμεινε μόνο στις ιδιωτικές εταιρίες – «κράτη« των Κεντρικών Τραπεζών). Να σημειωθεί όμως, ότι όλος ο Πλούτος στον οποίο στηρίζεται η BIS, είναι Ελληνικής ιδιοκτησίας, άσχετα αν έχει κλαπεί η διαχείριση του από τους Χαζάρους Ιδιώτες Τραπεζίτες, στους οποίους ανήκουν τα πλειοψηφικά πακέτα όλων σχεδόν των Κεντρικών Τραπεζών του Πλανήτη.
Μέχρι της αρχές του 1930 οι μετοχές των ανεξάρτητων ιδιωτών στην BIS απάρτιζαν σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού εκδομένου κεφαλαίου και τα υπόλοιπα δύο τρίτα ανήκαν στους Ιδιώτες Χαζάρους – Ασκεναζί, στους οποίους ανήκουν οι Κεντρικές Τράπεζες.
Αυτό το ποσοστό μειώθηκε στη συνέχεια, έπεσε κάτω από 16% μετά το 1975, όταν η Τράπεζα έκανε μια εθελοντική προσφορά επαναγοράς των μετοχών των ανεξάρτητων ιδιωτών μετόχων. Το 2001, αποφασίστηκε να περιοριστεί το δικαίωμα να κατέχουν μετοχές της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών αποκλειστικά οι ιδιωτικές Κεντρικές Τράπεζες, και εξαγοράστηκαν υποχρεωτικά όλες οι ανεξάρτητες ιδιωτικές μετοχές.

Στις 30 Ιουνίου 2006, πενήντα πέντε (55) ιδρύματα είχαν δικαίωμα ψήφου και εκπροσώπηση στην BIS στην Γενική της Συνέλευση:
οι Κεντρικές Τράπεζες ή Νομισματικές Αρχές της Αλγερίας, Αργεντινής, Αυστραλίας, Αυστρίας, Βελγίου, Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, Βραζιλίας, Βουλγαρίας, Καναδά, Χιλής, Κίνας, Κροατίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Δανίας, Εσθονίας, Φινλανδίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ελλάδας, Χονγκ Κονγκ, Ουγγαρίας, Ισλανδίας, Ινδίας, Ινδονησίας, Ιρλανδίας, Ισραήλ, Ιταλίας, Ιαπωνίας, Κορέας, Λετονίας, Λιθουανίας, Δημοκρατίας της Μακεδονίας(FYROM), Μαλαισίας, Μεξικού, Ολλανδίας, Νέας Ζηλανδίας, Νορβηγίας, Φιλιππίνων, Πολωνίας, Πορτογαλίας, Ρουμανίας, Ρωσίας, Σαουδικής Αραβίας, Σιγκαπούρης, Σλοβακίας, Σλοβενίας, Νότιας Αφρικής, Ισπανίας, Σουηδίας, Ελβετίας, Ταϊλάνδης, Τουρκίας, Ηνωμένου Βασίλειου, Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (το νομικό καθεστώς του γιουγκοσλαβικού ζητήματος στην πρωτεύουσα της BIS ήταν κατά την ημερομηνία αυτή υπό αναθεώρηση).
Η οργανωτική δομή της BIS έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές από τότε που δημιουργήθηκε το 1930, αλλά τα τρία βασικά τμήματα ήταν πάντα:

1) το Τραπεζικό Τμήμα
2) το Νομισματικό και Οικονομικό Τμήμα (MED) και
3) η Γενική Γραμματεία.

Το Τραπεζικό Τμήμα είναι για να διενεργεί τραπεζικές συναλλαγές για λογαριασμό των πελατών των Κεντρικών Τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της επένδυσης της Κεντρικής Τράπεζας αποθεμάτων ξένου συναλλάγματος για την αγορά.
Το Νομισματικό και Οικονομικό Τμήμα εκτελεί την Οικονομική και Νομισματική έρευνα, την οποία γνωστοποιεί με την Ετήσια Έκθεση της Τράπεζας, καταρτίζει και δημοσιοποιεί τα Χρηματοπιστωτικά και Τραπεζικά στατιστικά δεδομένα της BIS και παρέχει γραμματειακή υποστήριξη κατά τις συνεδριάσεις των εμπειρογνωμόνων των Κεντρικών Τραπεζών που φιλοξενούνται στη BIS.
Η Γενική Γραμματεία είναι υπεύθυνη για την εσωτερική διοίκηση της Τράπεζας.

Διάφορες επιτροπές και οργανώσεις με επίκεντρο τη νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, έχουν γραμματείες στην BIS και σε στενή αλληλεπίδραση με την Τράπεζα.
Εκείνοι που είχαν αρχικά οριστεί από την Ομάδα των Δέκα (G10) διοικητών των κεντρικών τραπεζών είναι:
1) η Επιτροπή Αγορών (αρχικά ονομαζόταν: Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων Χρυσού και Συναλλάγματος, 1964)
2) η Επιτροπή για το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Σύστημα (αρχικά ονομαζόταν: Μόνιμη Επιτροπή αγοράς Ευρω-νομίσματος, 1971)
3) η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (1974) και η Επιτροπή Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμών (1990).

Τρεις άλλες γραμματείες λειτουργούν έξω από το BIS:
1) η Διεθνής Ένωση Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων (IAIS, από το 1996)
2) η Φόρουμ Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (από το 1999) και
3) η Διεθνής Ένωση Ασφαλιστών των Καταθέσεων (IADI, από το 2002).

Το 1999, η BIS και η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία από κοινού δημιούργησαν το Ινστιτούτο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με σκοπό την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, κυρίως για την ενίσχυση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Τον Ιούλιο του 1998, η BIS άνοιξε για πρώτη φορά γραφείο αντιπροσώπου του στο Χονγκ Κονγκ SAR,για να εξυπηρετήσει καλύτερα τις Κεντρικές Τράπεζες και την Εποπτική Κοινότητα στην Ασία και τον Ειρηνικό.
Τον Νοεμβρίου 2002, η BIS άνοιξε στην Πόλη του Μεξικού το Γραφείο Εκπροσώπου για την Αμερική.

Μια σύντομη ιστορία της BIS, 1930-2005

Πριν από το 1914 οι ιδιωτικές Κεντρικές Τράπεζες του δυτικού βιομηχανικού κόσμου είχαν συνεργαστεί κατά καιρούς υπό το κλασικό πρότυπο του Κανόνα του Χρυσού.
Η οικονομική αναστάτωση και οι επίπονες προσπάθειες για την επαναφορά του προτύπου του Κανόνα του Χρυσού μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο υπογράμμισε την ανάγκη για πιο στενή συνεργασία μεταξύ των ιδιωτικών Κεντρικών Τραπεζών.
Κάτι που δεν ήταν εφικτό, μέχρι που το 1928-1929 εκπονήθηκε το Νέο Σχέδιο της Νέας Τάξης. Το Νέο Σχέδιο, εγκρίθηκε τον Ιανουάριο του 1930 στη Διάσκεψη της Χάγης, και κυρίως ασχολήθηκε με τις πληρωμές αποζημιώσεων που επιβλήθηκαν στη Γερμανία με τη Συνθήκη του Βερσαλλιών, (29 Ιουνίου του 1919). Να σημειωθεί ότι η Γερμανία χρηματοδοτούνταν από την BIS και στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο!
Προκειμένου να τεθεί το ζήτημα αποζημιώσεων ως πιο εμπορικό, και ως εκ τούτου να έχει πολιτικά λιγότερο ευαίσθητο χαρακτήρα, η συμφωνία της Χάγης οδήγησε στη δημιουργία της BIS, για να αναλάβει τα καθήκοντα που εκτελούσε προηγουμένως το Γενικό Πρακτορείο των Αποζημιώσεων στο Βερολίνο,( Agent General for Reparations in Berlin), και να ενεργεί ως διαχειριστής για το Σχέδιο Dawes και Νέων Δανείων, (1924), τα έσοδα εκ των οποίων εν μέρει θα επανεπενδύονταν στη Γερμανική οικονομία. Επιπλέον, η BIS θα προωθούσε σε γενικές γραμμές τη συνεργασία των ιδιωτικών χαζάρικων Κεντρικών Τραπεζών.
Ο πρακτικός ρόλος και τα οργανωτικά χαρακτηριστικά της BIS συζητήθηκαν από την Επιτροπή Οργάνωσης (COBRI), που συνήλθε στο Μπάντεν-Μπάντεν τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 1929.

Η BIS ήταν το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού μεταξύ των ιδρυτών των Κεντρικών Τραπεζών και τοποθετήθηκε στη Βασιλεία της Ελβετίας.
Η BIS άνοιξε τις πόρτες του για τις επιχειρήσεις στη Βασιλεία στις 17 Μαΐου 1930. Μέχρι τον Ιούνιο 1931, εικοσιτέσσερις (24) Ευρωπαϊκές Κεντρικές Τράπεζες, που ελεγχόταν απόλυτα από τους Χαζάρους τραπεζίτες, είχαν εγγραφεί στο κεφάλαιο της BIS.
Ωστόσο, οι μεγάλες αυτές προσδοκίες σύντομα διαψεύστηκαν από τις οικονομικές κρίσεις της περιόδου 1929-1933, κατά την οποία η BIS απέτυχε, επίτηδες, να διαδραματίσει το ρόλο της ως δανειστής έσχατης ανάγκης, παρά τις δήθεν προσπάθειες οργάνωσης και υποστήριξης πιστώσεων τόσο για τις Αυστριακές όσο και για τις Γερμανικές Κεντρικές Τράπεζες το 1931. Επιπλέον, η οικονομική κρίση έφερε το ζήτημα αποζημιώσεων σε ένα απότομο τέλος στο Συνέδριο της Λωζάνης της Ελβετίας, με αντιπροσώπους της Μεγάλης Βρετανίας, της Γερμανίας και τη Γαλλίας, (16 Ιούνιου έως 9 Ιούλιου του 1932). Ως εκ τούτου, οι αντιπρόσωποι ήρθαν σε μια ανεπίσημη συμφωνία ότι η μόνιμη εξάλειψη των επανορθώσεων του χρέους του πολέμου της Γερμανίας, (η οποία είχε κανονιστεί να αδυνατεί να πληρώσει τις πολεμικές της αποζημιώσεις), θα υπόκεινται στην επίτευξη συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με εκκρεμή χρέη του πολέμου τους.
Με την συμφωνία αυτή εξαλείφτηκε ένας από τους αρχικούς λόγους ύπαρξης της BIS.

Μετά την υποτίμηση της λίρας στερλίνας το Σεπτέμβριο του 1931 και του δολαρίου ΗΠΑ το Μάρτιο του 1933, η BIS συμμετείχε σε έναν μεγάλο αριθμό επίτηδες αποτυχημένων προσπαθειών για να τερματίσει την αστάθεια των συναλλαγματικών ισοτιμιών με την αποκατάσταση του Κανόνα Χρυσού, με αποκορύφωμα την Παγκόσμια Οικονομική και Νομισματική Διάσκεψη, εξήντα έξη (66) Κρατών, τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1933 στο Λονδίνο, την οποία όμως σαμποτάρισε απορρίπτοντάς την, ο Πρόεδρος Ρούσβελτ των ΗΠΑ αφού νομοθέτησε την πτώχευση των ΗΠΑ, με πληθωρισμό, με την έκδοση χαρτονομισμάτων από τηνFederal Reserve που ανήκει στους γνωστούς ιδιώτες Χαζάρους τραπεζίτες.

Μετά το 1933, και σίγουρα μετά την κατάρρευση του Gold Bloc των επτά (7) χωρών των οποίων ηγούνταν η Γαλλία, στο 1935-1936, η BIS δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιορίζεται στην ανάληψη Τραπεζικών Συναλλαγών για λογαριασμό των ιδιωτικών Κεντρικών Τραπεζών και να παρέχει ένα φόρουμ για τους διοικητές των, για να τους βοηθήσει να διατηρήσουν την επαφή μεταξύ τους, σε μια διεθνή κατάσταση που επικρατούσε η αντιπαράθεση αντί της συνεργασίας, φυσικά πάντα με χαζάρικο σχεδιασμό.

Με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το Σεπτέμβριο του 1939, η BIS αποφάσισε να αναστείλει όλες τις περαιτέρω συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών και να περιορίσει τις τραπεζικές της δραστηριότητες στον βαθμό που δεν θα έθετε σε κίνδυνο την δημοσιονομική ουδετερότητά της.
Η Επιχειρηματική δραστηριότητα της συρρικνώθηκε σε ιστορικά χαμηλά και από το 1945, για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία της η BIS λειτουργούσε (δήθεν) με ζημία.


Η επισφάλεια της όμως εν καιρώ πολέμου, της δημοσιονομικής ουδετερότητας, φάνηκε όταν, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποκαλύφθηκε ότι ο χρυσός που χρησιμοποιούσε η γερμανική Reichsbank κατά τη διάρκεια του πολέμου, για να πληρώσει τις προπολεμικές της υποχρεώσεις προς την BIS, προήλθε εν μέρει από τα κλεμμένα αποθέματα χρυσού των Βελγικών και Ολλανδικών Κεντρικών Τραπεζών. Έτσι η BIS, με την Συμφωνία με την Τριμερή Επιτροπή για την Αποκατάσταση του νομισματικού χρυσού, Ουάσιγκτον,1948, αναγκάστηκε να επιστρέψει αυτό το χρυσό στους νόμιμους ιδιοκτήτες της.


Τον Ιούλιο του 1944, η Διάσκεψη του Bretton Woods των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε ένα ψήφισμα ζητώντας την εκκαθάριση της BIS, επειδή κυριαρχούνταν από τις Δυνάμεις του Άξονα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και επειδή το πεδίο των παραδοσιακών δραστηριοτήτων της θα καλυπτόταν στο εξής σε μεγάλο βαθμό από το δημιουργηθέν Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και την Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως (IBRD, ή Παγκόσμιας Τράπεζας). Ωστόσο, το 1946 οι Ευρωπαίοι διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών άρχισαν να συναντώνται τακτικά στη Βασιλεία στην έδρα της BIS. Έτσι οι Ευρωπαίοι διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών έκαναν σαφές ότι η BIS αναγκαστικά έπρεπε να παίξει σημαντικό ρόλο, για να καταστεί δυνατή η λειτουργία του συστήματος του Bretton Woods στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο, και έτσι το 1948 το ψήφισμα για εκκαθάριση της BIS επίσημα ανακλήθηκε. Να σημειωθεί ότι η εκκαθάριση της BIS, θα αποκάλυπτε τον καθοριστικό ρόλο της Τράπεζας Ελλάδος με τον κλεμμένο Ελληνικό χρυσό της Τράπεζας της Ανατολής, σε ολόκληρη την Παγκόσμια Οικονομία. Έτσι εκκαθάριση της BIS δεν μπορούσε να γίνει.
Στη δεκαετία του 1950, ( Ιούλιος 1950 – Δεκέμβριος 1958), η BIS ενήργησε ως αντιπρόσωπος για την Ευρωπαϊκή Ένωση Πληρωμών (EPU). Εγκαινιάστηκε το 1950, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ, αργότερα ΟΟΣΑ), το EPU σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τις ευρωπαϊκές χώρες για την αποκατάσταση της συναλλαγματικής μετατρεψιμότητας της ισοτιμίας,( το εμπόριο βασιζόταν σε αποθέματα σε δολάρια ΗΠΑ – το μόνο αποδεκτό αποθεματικό νόμισμα, το οποίο όμως τότε έλειπε στην Ευρώπη), όπως προβλεπόταν από τη συμφωνία του Bretton Woods. Αυτό φυσικά οδήγησε στην αύξηση του κόστους των συναλλαγών.
Το σύστημα EPU λειτουργούσε με συμψηφισμό εμπορικού ισοζυγίου μεταξύ των χωρών μέσω πολυμερών αποζημιώσεων (και όχι πλέον διμερών), αρχικά σε μεγάλο βαθμό πιστοληπτικής ικανότητας, αλλά καθώς η πιστοληπτική ικανότητα έπεφτε, αυξανόταν όλο και περισσότερο οι συναλλαγές σε χρυσό ή χρυσό-μετατρέψιμα δολάρια.


Από το 1958, στα συμμετέχοντα ευρωπαϊκά νομίσματα είχε επιτευχθεί πλήρης μετατρεψιμότητα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ως εκ τούτου καταργώντας την ανάγκη για πολυμερή αποζημίωση και φέρνοντας το EPU σε ένα επιτυχές τέλος, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της Νέας Τάξης.
Το σύστημα του Bretton Woods της ελεύθερης μετατρεψιμότητας σε σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες συνέπεσε με μια εποχή της δεκαετίας του 60, της νομισματικής σταθερότητας και την επέκταση του διεθνούς εμπορίου, και της άνευ προηγουμένου αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας σε σχεδόν τα επίπεδα πλήρους απασχόλησης. Σύντομα, ωστόσο, τα υπερανοίγματα των συναλλαγών, λόγω του αυξανόμενου κόστους των, έγιναν εμφανή, καθώς η αυξανόμενη εγγενής αστάθεια στο σύστημα του Bretton Woods δημιουργούσε επαναλαμβανόμενα προβλήματα, όπως η αδυναμία της στερλίνας και πιο σημαντικότερο, η αυξανόμενη πίεση στην ισοτιμία χρυσού – δολαρίου ΗΠΑ (η οποία ήταν σταθερή σε $35 ανά ουγγιά, από το 1934).

Η πίεση στην ισοτιμία χρυσού – δολαρίου, οφείλεται στην ανεπαρκή παροχή χρυσού και στην αποδυνάμωση του ισοζυγίου πληρωμών των ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο της BIS, ένα σύνολο μέτρων τέθηκε σε εφαρμογή για να ανακουφίσει από αυτά τα προβλήματα. Αυτά περιλάμβαναν τη λεγόμενη «Πισίνα Χρυσού του Λονδίνου – The London Gold Pool « , όπου μία ομάδα από οκτώ (8) ιδιωτικές Κεντρικές Τράπεζες στις Ηνωμένες Πολιτείες και επτά (7) Ευρωπαϊκές χώρες συμφώνησαν την 1η Νοεμβρίου 1961 και παρενέβησαν άμεσα στην αγορά χρυσού του Λονδίνου για να στηρίξουν την ισοτιμία χρυσού – δολαρίου, σύμφωνα με το σύστημα Bretton Woods, και ένα δίκτυο αμοιβαίων Συμβάσεων Ανταλλαγής (Swaps) μεταξύ των μεγάλων Κεντρικών Τραπεζών. Μια Σύμβαση Ανταλλαγής είναι μια συμφωνία μεταξύ δύο συμβαλλομένων για ανταλλαγή μελλοντικών χρηματοροών με τρόπο που έχει προκαθοριστεί μεταξύ τους. Τα χρηματικά ποσά που ανταλλάσσονται μπορεί να αναφέρονται σε διαφορετικά νομίσματα και σταθερά ποσά. Αλλιώς μπορεί ένα σταθερό ποσό να ανταλλάσσεται με ένα μεταβαλλόμενο, αβέβαιο ποσό ή το ποσό πληρωμής στο ένα νόμισμα να είναι σταθερό, ενώ στο άλλο μεταβαλλόμενο.

Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι τους οποίους αναλαμβάνουν οι επενδυτές σε τέτοιες συμβάσεις είναι αυτοί που προέρχονται, από τις μεταβολές στην αξία του υποκείμενου μέσου, από τη μη εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο των συμβατικών υποχρεώσεών του και ο κίνδυνος να μην είναι εγκαίρως δυνατή η εκκαθάριση των προγραμματισμένων συναλλαγών.
Οι ειδικές πιστώσεις στήριξης διατήρησης των ισοτιμιών των νομισμάτων ήταν τοποθετημένες μέσα στην BIS, και έτσι προέκυψε η ανάγκη, το 1961, με επέμβαση του ΔΝΤ, (το οποίο δημιουργήθηκε με την συμφωνία στοBretton Woods, για να παίζει ένα παγκόσμιο υποστηρικτικό και συντονιστικό ρόλο της συμφωνίας), για την στήριξη της λίρας στερλίνας της Αγγλίας και του γαλλικού φράγκου («συμφωνία της Βασιλείας») κατά τα έτη 1961 – 1968, ώστε να εξισορροπηθούν τα προβλήματα. Αυτές όμως οι πρωτοβουλίες αποδείχτηκαν στο τέλος ανεπαρκείς για την πρόληψη του κινδύνου κατάρρευσης του συστήματος της συμφωνίας στο Bretton Woods, τον Αύγουστο του 1971, όταν ο Πρόεδρος Νίξον, όργανο των Χαζάρων τραπεζιτών, μονομερώς διέγραψε την άμεση μετατρεψιμότητα του δολαρίου ΗΠΑ σε χρυσό.

Έτσι ενώ συμφωνία του Bretton Woods είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα, εντούτοις πρακτικά έχει αντικατασταθεί de facto από ένα καθεστώς των Αγορών, που βασίζεται στην ελευθερία των νομισμάτων σε κυμαινόμενες ισοτιμίες και όχι σε σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, όπως πρέπει και έχει καθοριστεί με την συμφωνία στοBretton Woods. Το ΔΝΤ, το οποίο δημιουργήθηκε με την συμφωνία στο BrettonWoods, παίζει ένα παγκόσμιο υποστηρικτικό και συντονιστικό ρόλο στην όλη λειτουργία του χαζαρικού σχεδιασμού της Οικονομίας.
Το γεγονός αυτό συνέβαλε ώστε η BIS να παίξει σημαντικό ρόλο στο συντονισμό της αντίδρασης των ιδιωτικών Κεντρικών Τραπεζών με τη δημιουργία, το 1961, της Ομάδας των Δέκα (G10) διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών, (Βελγίου, Καναδά, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας, Ολλανδίας, Σουηδίας, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες και επίσης και της Ελβετίας, ως ενδέκατου μέλους), ως ένα σημαντικό φόρουμ για τη συζήτηση και το συντονισμό της διεθνούς νομισματικής πολιτικής. Οι G10 συμφώνησαν να συμμετάσχουν στο συμβούλιο Γενικών Συμφωνιών Δανεισμού (GAB), το 1962, μια συμφωνία για να επιτρέπει να παρέχονται στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρόσθετα κεφάλαια για την αύξηση της ικανότητας δανεισμού του, υπό ορισμένες περιστάσεις.
Το ύψος των πιστώσεων που διατίθενται, σήμερα, για το ΔΝΤ είναι 17 δις SDR (περίπου $ 26 δις), με επιπλέον 1,5 δις SDR διαθέσιμα υπό ένα σχετικό διακανονισμό με τη Σαουδική Αραβία.

Για να μην καταρρεύσει το σύστημα του Bretton Woods, στο πλαίσιο της BIS, τo θέμα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Έτσι οι G10 Κεντρικές Τράπεζες δημιούργησαν διαχρονικά διάφορες μόνιμες επιτροπές, για τον σκοπό αυτό.
Η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Επίβλεψη, (Basel Committee on Banking Supervision), φτιάχτηκε το 1974, για να μελετήσει τους κανόνες προληπτικής εποπτείας των διεθνών τραπεζικών.

Η Σύμβαση της Βασιλείας (Basel Concordat), φτιάχτηκε το 1975, για την κατανομή των εποπτικών αρμοδιοτήτων των δραστηριοτήτων των ξένων τραπεζών μεταξύ υποδοχής και της χώρας καταγωγής.
Το Σύμφωνο Κεφαλαίου της Βασιλείας φτιάχτηκε το1988, για να συνιστά ένα δείκτη κεφαλαιακής στάθμιση κινδύνου για τράπεζες που δραστηριοποιούνται διεθνώς.
Ένας γύρος διαπραγματεύσεων ξεκίνησε το 1997 και συνεχίστηκε μέχρι το 2004, για να ανανεωθεί και να ενημερωθεί το Σύμφωνο Κεφαλαίου της Βασιλείας.
Καθ όλη αυτή την περίοδο, η BIS συνέχισε να παρέχει επείγουσα βοήθεια όπου χρειάζεται, ολοένα και περισσότερο σε παγκόσμια κλίμακα, όπως αποδεικνύεται από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παρέχονται στην ιδιωτική Κεντρική τράπεζα του Μεξικού το 1982 και 1995 και στη Βραζιλία το 1998.
Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις, η BIS συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία της ευρωπαϊκής νομισματικής ολοκλήρωσης. Από το 1964, η Επιτροπή των Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών μελών της ΕΟΚ συνεδρίασε τακτικά στη Βασιλεία.

Από το 1972, η BIS κάνει μια προσπάθεια που ονομάστηκε με την ερπετική ονομασία, «Φίδι στο Τούνελ» – «The snake in the tunnel», με στόχο τον περιορισμό των ορίων των διακυμάνσεων μεταξύ των διαφόρων ευρωπαϊκών νομισμάτων, αλλά η προσπάθεια αυτή κατέρρευσε το 1973, λόγο του Προέδρου Νίξον, ο οποίος φυσικά ήταν όργανο της Federal Researve.

Το 1979 ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (EMS) και ξεκίνησε η μονάδα του Ευρωπαϊκού νομίσματος (ECU).
Η BIS ήταν η προϋπόθεση για να λειτουργεί η Γραμματεία EMS ως πράκτορας της. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών της ΕΟΚ, που συνήλθαν στη Βασιλεία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πλαισίου για τη νομισματική Ένωση να ενσωματωθεί στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1991 («Επιτροπή Delors»). Ως αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης δημιουργήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1994 το «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα- European Monetary Institute,(EMI), που ήταν ο πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Παρατηρούμε λοιπόν ότι όλη η Οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εν τέλει στηρίζεται στον Ελληνικό Χρυσό και τα παράγωγά του. Αυτός είναι ο λόγος που στα χαρτονομίσματα ευρώ, αναγράφεται η λέξη «ΕΥΡΩ» με Ελληνικά κεφαλαία γράμματα.

Η μετακίνηση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος από την Βασιλεία στη Φρανκφούρτη, τον Νοέμβριο του 1994, έφερε το τέλος της άμεσης εμπλοκής της BIS στην ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση.
Η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση, η απορρύθμιση και η χαζαροσχεδιασμένη πολυπλοκότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών έχουν εστίασε την προσοχή της BIS σταθερά σε θέματα που σχετίζονται με την διεθνή χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική και τις απειλές που προέρχονται από τους σχεδιασμένους συστημικούς κινδύνους των ίδιων των Χαζάρων Τραπεζιτών.

Δεδομένου του ολοένα και πιο παγκόσμιου ρόλο της BIS από το 1960, ο οποίος αντικατοπτρίζεται και στην επέκταση των τραπεζικών εργασιών που έχει αναλάβει για λογαριασμό του αυξανόμενου αριθμού των κεντρικών τραπεζών, είχε καταστεί σαφές από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ότι το μοντέλο προσέγγισης και της διακυβέρνησης της Τράπεζας έπρεπε να εξελιχθεί αναλόγως και σύμφωνα με τα σχέδια της Νέας Τάξης. Από το 1994 και μετά τα μέλη της BIS και του Διοικητικού της Συμβουλίου επεκτάθηκαν σταδιακά με στόχο να συμπεριλάβουν όλες τις συστημικά σημαντικές αναδυόμενες οικονομίες που έχουν σχεδιάσει οι χαζάρικες «Αγορές«.
Η ανεξάρτητη ιδιωτική συμμετοχή, ένα απομεινάρι από την ίδρυση της BIS, διεκόπη το 2001, με το μερίδιο της BIS να προορίζεται αποκλειστικά για τις ιδιωτικές Κεντρικές Τράπεζες.
Στις 30 Ιουνίου 2014, η συμμετοχή των μελών στην BIS ήταν εξήντα (60) ιδιωτικές Κεντρικές Τράπεζες σε όλο τον κόσμο.

Η BIS, εκτός από την έδρα της στη Βασιλεία της Ελβετίας, έχει δύο αντιπροσωπευτικά γραφεία, το ένα για την Ασία και τον Ειρηνικό στο Χονγκ Κονγκ SAR (από το 1998), και ένα για την Αμερική στην Πόλη του Μεξικού (από το 2002).
Βιβλιογραφικές αναφορές

1) Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών και τις συναντήσεις της Βασιλείας, που δημοσιεύθηκε με την ευκαιρία της πεντηκοστής επέτειου 1930-1980, Basel, 1980.
2) Kaplan, Jacob J και Günther Schleiminger (1989), Η Ευρωπαϊκή Ένωση Πληρωμών,
Οικονομικές Διπλωματία στη δεκαετία του 1950, Oxford: Oxford University Press.
3) Baer, ​​Gunter D (1999), «Εξήντα πέντε χρόνια της Συνεργασίας της Κεντρικής Τράπεζας στην Τράπεζα για Διεθνών Διακανονισμών «, στο Holtfrerich, Carl-L., Jaime Reis και Gianni Toniolo (επιμ), Η εμφάνιση των σύγχρονων κεντρικών τραπεζών από το 1918 έως σήμερα, Aldershot: Ashgate.
4) Toniolo, Gianni, με τη βοήθεια του Piet Clement (2005), Η Συνεργασία της Κεντρικής Τράπεζας κατά τη Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, 1930-1973, Cambridge-New York: Cambridge University Press.

About BIS

Established on 17 May 1930, the Bank for International Settlements (BIS) is the world's oldest international financial organisation. The BIS has 60 member central banks, representing countries from around the world that together make up about 95% of world GDP.

The head office is in Basel, Switzerland and there are two representative offices: in the Hong Kong Special Administrative Region of the People's Republic of China and in Mexico City.

The mission of the BIS is to serve central banks in their pursuit of monetary and financial stability, to foster international cooperation in those areas and to act as a bank for central banks.

In broad outline, the BIS pursues its mission by:
fostering discussion and facilitating collaboration among central banks;
supporting dialogue with other authorities that are responsible for promoting financial stability;
carrying out research and policy analysis on issues of relevance for monetary and financial stability;
acting as a prime counterparty for central banks in their financial transactions; and
serving as an agent or trustee in connection with international financial operations.

Monetary and financial stability is a precondition for sustained economic growth and prosperity. Reflecting the public good character of this goal, the BIS also makes part of its work available free of charge to the wider public, including:
its own analyses of monetary and financial stability issues;
international banking and financial statistics that underpin policymaking, academic research and public debate.

With regard to its banking activities, the customers of the BIS are central banks and international organisations. As a bank, the BIS does not accept deposits from, or provide financial services to, private individuals or corporate entities.

BIS history - overview

The Bank for International Settlements (BIS) was established in 1930 in Basel, Switzerland.

It is an international organisation, created pursuant to an international treaty (The Hague Agreements of 1930). Its shareholding members are central banks and monetary authorities.

The mission of the BIS is to serve central banks in their pursuit of monetary and financial stability, to foster international cooperation in those areas and to act as a bank for central banks.

The following pages will tell you more about the history of the BIS:
BIS foundation and crisis (1930-39)
The BIS and the Second World War (1939-48)
The BIS as a forum for European monetary cooperation (1947-93)
The BIS going global (1961- )
The BIS in the new financial architecture (1997- )

The following provide more detail about the BIS's role and evolution:
Toniolo, G with the assistance of P Clement (2005): Central bank cooperation at the Bank for International Settlements, 1930-1973, Cambridge-New York: Cambridge University Press.
Borio, C, G Toniolo and P Clement (eds) (2008): Past and future of central bank cooperation, Cambridge-New York: Cambridge University Press.
Lefort, D (ed) (2009): "Bank for International Settlements (BIS), Basel, Switzerland", in International Encyclopaedia of Laws, Alphen aan den Rijn: Kluwer Law International.
James, H (2012): Making the European Monetary Union: the role of the Committee of Central Bank Governors and the origins of the European Central Bank, Cambridge-London: The Belknap Press of Harvard University Press.
http://www.bis.org/about/history.htm
See also this is the biz, the booklet produced for the BIS's 75th anniversary exhibition.
BIS history - the BIS going global (1961- )
 http://www.bis.org/about/history_4global.htm

A Central bank websites
Afghanistan Bank of Afghanistan
Albania Bank of Albania
Algeria Bank of Algeria
Angola National Bank of Angola
Argentina Central Bank of Argentina
Armenia Central Bank of Armenia
Aruba Central Bank of Aruba
Australia Reserve Bank of Australia
Austria Austrian National Bank
Azerbaijan The Central Bank of the Republic of Azerbaijan

B Central bank websites
Bahamas Central Bank of The Bahamas
Bahrain Central Bank of Bahrain
Bangladesh Bangladesh Bank
Barbados Central Bank of Barbados
Belarus National Bank of the Republic of Belarus
Belgium National Bank of Belgium
Belize Central Bank of Belize
Benin Central Bank of West African States (BCEAO)
Bermuda Bermuda Monetary Authority
Bhutan Royal Monetary Authority of Bhutan
Bolivia Central Bank of Bolivia
Bosnia and Herzegovina Central Bank of Bosnia and Herzegovina
Botswana Bank of Botswana
Brazil Central Bank of Brazil
Brunei Darussalam Monetary Authority of Brunei Darussalam
Bulgaria Bulgarian National Bank
Burkina Faso Central Bank of West African States (BCEAO)
Burundi Bank of the Republic of Burundi

C Central bank websites
Cambodia National Bank of Cambodia
Cameroon Bank of Central African States
Canada Bank of Canada
Cape Verde Bank of Cape Verde
Cayman Islands Cayman Islands Monetary Authority
Central African Republic Bank of Central African States
Chad Bank of Central African States
Chile Central Bank of Chile
China People's Bank of China
Colombia Bank of the Republic, Colombia
Congo Bank of Central African States
Congo, the Democratic Republic of the Central Bank of Congo
Costa Rica Central Bank of Costa Rica
Croatia Croatian National Bank
Cuba Central Bank of Cuba
Curaçao Central Bank of Curaçao and Sint Maarten
Cyprus Central Bank of Cyprus
Czech Republic Czech National Bank

D Central bank websites
Denmark National Bank of Denmark (Danmarks Nationalbank)
Dominican Republic Central Bank of the Dominican Republic

E Central bank websites
Ecuador Central Bank of Ecuador
Egypt Central Bank of Egypt
El Salvador Central Reserve Bank of El Salvador
Equatorial Guinea Bank of Central African States
Estonia Bank of Estonia
Ethiopia National Bank of Ethiopia
European Union European Central Bank

F Central bank websites
Fiji Reserve Bank of Fiji
Finland Bank of Finland
France Bank of France

G Central bank websites
Gabon Bank of Central African States
Gambia, The Central Bank of The Gambia
Georgia National Bank of Georgia
Germany Deutsche Bundesbank
Ghana Bank of Ghana
Greece Bank of Greece
Guatemala Bank of Guatemala
Guinea Central Bank of the Republic of Guinea
Guinea-Bissau Central Bank of West African States (BCEAO)
Guyana Bank of Guyana

H Central bank websites
Haiti Bank of the Republic of Haiti
Honduras Central Bank of Honduras
Hong Kong SAR Hong Kong Monetary Authority
Hungary Magyar Nemzeti Bank (Central Bank of Hungary)

I Central bank websites
Iceland Central Bank of Iceland
India Reserve Bank of India
Indonesia Bank Indonesia
Iran, Islamic Republic of The Central Bank of the Islamic Republic of Iran
Iraq Central Bank of Iraq
Ireland Central Bank of Ireland
Israel Bank of Israel
Italy Bank of Italy
Ivory Coast Central Bank of West African States (BCEAO)

J Central bank websites
Jamaica Bank of Jamaica
Japan Bank of Japan
Jordan Central Bank of Jordan

K Central bank websites
Kazakhstan National Bank of Kazakhstan
Kenya Central Bank of Kenya
Korea, Republic of Bank of Korea
Kosovo Central Bank of the Republic of Kosovo
Kuwait Central Bank of Kuwait
Kyrgyzstan National Bank of the Kyrgyz Republic

L Central bank websites
Lao People's Democratic Republic Bank of the Lao PDR
Latvia Bank of Latvia
Lebanon Central Bank of Lebanon
Lesotho Central Bank of Lesotho
Liberia Central Bank of Liberia
Libya Central Bank of Libya
Lithuania Bank of Lithuania
Luxembourg Central Bank of Luxembourg

M Central bank websites
Macao SAR Monetary Authority of Macao
Macedonia, the Former Yugoslav Republic of National Bank of the Republic of Macedonia
Madagascar Central Bank of Madagascar
Malawi Reserve Bank of Malawi
Malaysia Central Bank of Malaysia
Maldives Maldives Monetary Authority
Mali Central Bank of West African States (BCEAO)
Malta Central Bank of Malta
Mauritius Bank of Mauritius
Mexico Bank of Mexico
Moldova, Republic of National Bank of Moldova
Mongolia Bank of Mongolia
Montenegro Central Bank of Montenegro
Morocco Central Bank of Morocco
Mozambique Bank of Mozambique
Myanmar Central Bank of Myanmar

N Central bank websites
Namibia Bank of Namibia
Nepal Central Bank of Nepal
Netherlands Netherlands Bank
New Zealand Reserve Bank of New Zealand
Nicaragua Central Bank of Nicaragua
Niger Central Bank of West African States (BCEAO)
Nigeria Central Bank of Nigeria
Norway Central Bank of Norway (Norges Bank)

O Central bank websites
Oman Central Bank of Oman
Organization of Eastern Caribbean States (OECS) Eastern Caribbean Central Bank

P Central bank websites
Pakistan State Bank of Pakistan
Palestine Palestine Monetary Authority
Papua New Guinea Bank of Papua New Guinea
Paraguay Central Bank of Paraguay
Peru Central Reserve Bank of Peru
Philippines Central Bank of the Philippines (Bangko Sentral ng Pilipinas)
Poland National Bank of Poland
Portugal Bank of Portugal

Q Central bank websites
Qatar Qatar Central Bank

R Central bank websites
Romania National Bank of Romania
Russian Federation Central Bank of the Russian Federation
Rwanda National Bank of Rwanda

S Central bank websites
Samoa Central Bank of Samoa
San Marino Central Bank of the Republic of San Marino
Saudi Arabia Saudi Arabian Monetary Agency
Senegal Central Bank of West African States (BCEAO)
Serbia National Bank of Serbia
Seychelles Central Bank of Seychelles
Sierra Leone Bank of Sierra Leone
Singapore Monetary Authority of Singapore
Slovakia National Bank of Slovakia
Slovenia Bank of Slovenia
Solomon Islands Central Bank of Solomon Islands
South Africa South African Reserve Bank
Spain Bank of Spain
Sri Lanka Central Bank of Sri Lanka
Sudan Bank of Sudan
Suriname Central Bank of Suriname
Swaziland The Central Bank of Swaziland
Sweden Sveriges Riksbank
Switzerland Swiss National Bank
Syrian Arab Republic Central Bank of Syria

T Central bank websites
Tajikistan National Bank of the Republic of Tajikistan
Tanzania, United Republic of Bank of Tanzania
Thailand Bank of Thailand
Togo Central Bank of West African States (BCEAO)
Tonga National Reserve Bank of Tonga
Trinidad and Tobago Central Bank of Trinidad and Tobago
Tunisia Central Bank of Tunisia
Turkey Central Bank of the Republic of Turkey
Turkmenistan Central Bank of Turkmenistan

U Central bank websites
Uganda Bank of Uganda
Ukraine National Bank of Ukraine
United Arab Emirates Central Bank of the United Arab Emirates
United Kingdom Bank of England
United States Federal Reserve Bank of Atlanta
Federal Reserve Bank of Boston
Federal Reserve Bank of Chicago
Federal Reserve Bank of Cleveland
Federal Reserve Bank of Dallas
Federal Reserve Bank of Kansas City
Federal Reserve Bank of Minneapolis
Federal Reserve Bank of New York
Federal Reserve Bank of Philadelphia
Federal Reserve Bank of Richmond
Federal Reserve Bank of San Francisco
Federal Reserve Bank of St Louis
Board of Governors of the Federal Reserve System
Uruguay Central Bank of Uruguay
Uzbekistan Central Bank of the Republic of Uzbekistan

V Central bank websites
Vanuatu Reserve Bank of Vanuatu
Venezuela Central Bank of Venezuela
Vietnam State Bank of Vietnam

Y Central bank websites
Yemen Central Bank of Yemen

Z Central bank websites
Zambia Bank of Zambia
Zimbabwe Reserve Bank of Zimbabwe
http://www.bis.org/cbanks.htm?m=2%7C9
Τράπεζα διεθνών διακανονισμών

Χρήματα,-καρδιά
Η ευρηματική δημιουργία του χρήματος, η ιδιάζουσα λειτουργία του χρηματοπιστωτικού κλάδου, οι τραπεζικές επιδρομές, η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών και η ενδεχόμενη χειραγώγηση της τιμής του χρυσού, από την τραπεζική ναυαρχίδα
«Άφησε με ελεύθερο να εκδίδω και να ελέγχω τα χρήματα ενός έθνους και δεν με ενδιαφέρει ποιος ψηφίζει τους νόμους του», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ο M.ARothschild, επιφανές μέλος της ομώνυμης ευρωπαϊκής (γερμανικής) ιουδαϊκής οικογένειας, η οποία ίδρυσε στα τέλη του 18ου αιώνα τα γνωστά τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ο δε αμερικανοκαναδός οικονομολόγος J.KGalbraith, γνωστός υπέρμαχος του φιλελευθερισμού, είχε τονίσει ότι, «Η διαδικασία, με την οποία οι τράπεζες δημιουργούν νέο χρήμα, είναι τόσο απλή, που το μυαλό αηδιάζει».
 Αναλυτικότερα, με τη διαδικασία της «δημιουργίας» χρήματος «κατασκευάζεται» ουσιαστικά το «λογιστικό χρήμα», το οποίο στη συνέχεια «διοχετεύεται» στο κυκλοφοριακό σύστημα της Οικονομίας. Το γεγονός αυτό δεν συμβαίνει βέβαια με την εκτύπωση χρημάτων, αλλά με την λήψη δανείων εκ μέρους του δημοσίου, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, από τις εμπορικές τράπεζες – επίσης, με τη δανειοδότηση των ιδιωτικών τραπεζών από τις εκάστοτε κεντρικές τους, ή από την αντίστοιχη μεταξύ τους, στη διατραπεζική αγορά.
Για παράδειγμα, όταν μία εταιρεία (ιδιώτης, δημόσιο) δανείζεται από μία εμπορική τράπεζα, «δημιουργούνται» αυτόματα νέα χρήματα – όπως και όταν η ιδιωτική τράπεζα δανείζει κάποια άλλη ή δανείζεται από την κεντρική. Εκτός αυτού, δημιουργούνται επίσης νέα χρήματα από τις ιδιωτικές τράπεζες, όταν αγοράζουν στοιχεία του Ενεργητικού τους (αξιόγραφα, ακίνητα κλπ), ανοίγοντας πιστωτικό λογαριασμό (όψεως) στον πωλητή, με τον οποίο συναλλάσσονται.
Έτσι λοιπόν, η «δημιουργία» του νέου χρήματος είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία πιστώσεων, ενώ η εξόφληση των πάσης φύσεως δανείων, ή η πώληση των στοιχείων του ενεργητικού από τις τράπεζες «καταστρέφει», περιορίζει δηλαδή, την υφιστάμενη ποσότητα χρημάτων. Τα «άϋλα» χρήματα δε που «παρασκευάζονται» ή «καταστρέφονται» με αυτόν τον τρόπο, ονομάζονται, σε αντίθεση με αυτά που προέρχονται από τα ευγενή μέταλλα, «Fiat Money» – από το λατινικό «fiat», το οποίο μεταφράζεται ως «δημιουργία» (στην προκειμένη περίπτωση, χρήματα που δημιουργούνται από το τίποτα.
Είναι ίσως σκόπιμο να προσθέσουμε εδώ ότι, τα χρήματα που δημιουργούνται με αυτή τη «μαγική» διαδικασία, αντιπροσωπεύουν πραγματικές αξίες (ΑΕΠ), εφόσον δανείζονται έναντι υλικών αξιών (ακίνητα, αξιόγραφα, μετοχές κλπ), οι οποίες «δεσμεύονται» από τις τράπεζες σαν εγγυήσεις. Όταν όμως οι υλικές αυτές αξίες είναι υπερτιμημένες, όπως στο παράδειγμα των Subprimes (Η.Π.Α., Ισπανία, Ιρλανδία κλπ), όταν δηλαδή υπάρχουν «στρεβλώσεις» στις αγορές, τότε τα χρήματα που δημιουργούνται με το συγκεκριμένο αντίκρισμα είναι εντελώς αδικαιολόγητα – με αποτέλεσμα να «εκβάλλουν» στις γνωστές μας χρηματοπιστωτικές κρίσεις, όπου «καταστρέφονται» (διαγράφονται) στην πραγματικότητα οι υπερβάλλουσες ποσότητες.
Οφείλουμε να σημειώσουμε επίσης ότι, οι εμπορικές τράπεζες επιτρέπεται να δανείζουν στους καταναλωτές (επιχειρήσεις και ιδιώτες), ένα συγκεκριμένο πολλαπλάσιο ποσόν των συναλλαγματικών αποθεμάτων τους (καταθέσεων), στην εκάστοτε κεντρική τράπεζα. Στην Ευρώπη (ΕΚΤ) είναι υποχρεωμένες να διαθέτουν ένα ελάχιστο απόθεμα καταθέσεων (ρεζέρβα) ύψους 2% – γεγονός που σημαίνει ότι μπορούν να δανείζουν το 50πλάσιο των καταθέσεων που διατηρούν στην κεντρική τράπεζα, με τη μορφή λογιστικών χρημάτων (θα αλλάξει στο 33πλάσιο, με βάση τη συνθήκη της Βασιλείας ΙΙΙ, αλλά από το 2018 – τόσος ήταν ο «πολλαπλασιαστής» κεφαλαίων στη Lehman Brothers, όταν χρεοκόπησε).
Σε ορισμένες χώρες (Καναδάς, Σουηδία, Μ. Βρετανία) δεν είναι υποχρεωμένες οι ιδιωτικές τράπεζες να διαθέτουν ελάχιστα αποθέματα στις κεντρικές. Φυσικά τηρούνται παράλληλα ορισμένοι άλλοι κανόνες, όπως το ύψος των καταθέσεων σε σχέση με την εκχώρηση δανείων, έτσι ώστε να υπάρχει κίνητρο για τις τράπεζες, η «διαχείριση» των αποταμιεύσεων και διάφοροι άλλοι, στους οποίους θα αναφερθούμε εκτενέστερα στο μέλλον. Ειδικά όσον αφορά τα μετρητά χρήματα, η δημιουργία τους είναι αποκλειστικό «προνόμιο» της εκάστοτε κεντρικής τράπεζας – αν και αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος (περί το 3%), της συνολικής ποσότητας χρήματος, ενώ βαίνουν συνεχώς μειούμενα.
Η αιτία της μείωσης των μετρητών χρημάτων, ανεξάρτητα με τα όσα συνήθως λέγονται, είναι η περιορισμένη ωφέλεια (κερδοφορία) των τραπεζών, αφού δεν μπορούν να 50πλασιαστούν ανάλογα – παράλληλα με το ότι απαιτούνται ίσου ύψους καταθέσεις των εμπορικών, στις κεντρικές τράπεζες. Αυτός είναι ουσιαστικά ο κύριος λόγος, για τον οποίο οι συναλλαγές με μετρητά χρήματα περιορίζονται συνεχώς, ακόμη και νομοθετικά, αντικαθιστάμενες με το «πλαστικό χρήμα», με τη χρήση επιταγών ακόμη και για μικρά ποσά κλπ. Οι τράπεζες αντιπαθούν λοιπόν τις συναλλαγές με μετρητά, επειδή διαθέτουν συνήθως πολύ περιορισμένα αποθέματα πραγματικών χρημάτων – για κανέναν άλλο λόγο.
Συνεχίζοντας, από τα παραπάνω τεκμηριώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η «τοκογλυφική» λειτουργία των τραπεζών, η οποία δεν είναι «σχήμα λόγου», αλλά απτή πραγματικότητα. Για παράδειγμα, όταν μία τράπεζα διαθέτει καταθέσεις ενός εκατομμυρίου στην κεντρική μπορεί, σύμφωνα με όσα έχουμε αναφέρει, να δανείζει 50 εκατομμύρια – δηλαδή, 49.000.000 περισσότερα από αυτά που διαθέτει. Εάν χρεώνει λοιπόν επιτόκιο 5%, κερδίζει ετήσια 2.500.000, διαθέτοντας καταθέσεις ύψους 1.000.000. Επομένως, κερδίζει 250% ετησίως στο ποσόν που πραγματικά «επενδύει» – ένα εξόφθαλμα τοκογλυφικό επιτόκιο, άνω του 20% μηνιαία (οι τοκογλύφοι κερδίζουν πολύ λιγότερα).
Εάν συμπληρώσουμε δε ότι οι τράπεζες, με διάφορα τεχνάσματα πολλαπλασιάζουν ακόμη περισσότερο τον «αέρα» που δανείζουν (για παράδειγμα, όταν ασφαλίζουν τα δάνεια τους, θεωρούνται σαν να μην υπάρχουν – έτσι λειτούργησαν οι τράπεζες με τα γνωστά μας πια CDS, τα Credit Default Swaps), τότε τα επιτόκια που απολαμβάνουν στο αρχικό τους εγγυητικό κεφάλαιο του 1.000.000, ξεπερνούν κατά πολύ το 500% ετησίως.  
Επίσης από εδώ διαπιστώνεται το τεράστιο πρόβλημα που θα δημιουργούταν στις τράπεζες των χωρών που έχουν δανείσει τη χώρα μας (κάτι ανάλογο συνέβη με την πτώχευση της Lehman Brothers), στην περίπτωση μίας ενδεχόμενης χρεοκοπίας της. Στον Πίνακα Ι φαίνεται, για παράδειγμα, ότι, οι Γαλλικές τράπεζες, οι οποίες είχαν δανείσει στην Ελλάδα 75 δις $, είχαν καταθέσεις στην ΕΚΤ, για το συγκεκριμένο βέβαια δάνειο, το πολύ 1,5 δις $  – με υποθετικό πολλαπλασιαστή (leverage – ξεπερνάει συχνά το 100πλάσιο) μόλις 50πλάσιο:
.
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου σε εκ. δολάρια, καταθέσεις χρημάτων στην εκάστοτε κεντρική τράπεζα, σε εκ. δολάρια
ΧΩΡΑ
Ομόλογα
Καταθέσεις στις κεντρικές τράπεζες
Γαλλία
75.452
1.509,04
Ελβετία
63.966
1.279,32
Γερμανία
43.236
864,72
Η.Π.Α.
16.411
328,22
Μ. Βρετανία
12.342
246,84
Ολλανδία
11.849
236,98
Πορτογαλία
10.317
206,34
Ιρλανδία
8.506
170,12
Ιαπωνία
8.447
168,94
Ιταλία
8.381
167,62
Υπόλοιπες χώρες
43.693
873,86
Γενικό σύνολο
302.600
6.052
Πηγή: Αναφορά τρίτου τετραμήνου 2009 της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS).
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
.
Από τον Πίνακα Ι διαπιστώνεται ότι, υποθέτοντας πως όλες οι ξένες τράπεζες δάνεισαν τη χώρα μας μόνο με το 50πλάσιο των καταθέσεων τους στην εκάστοτε κεντρική τους,  διέθεσαν μόλις 6,052 δις $ – για συνολικά δάνεια 302.600 εκ. $. Εάν όμως η Ελλάδα χρεοκοπούσε, θα ήταν υποχρεωμένες να καταθέσουν τα υπόλοιπα 296,548 δις $ στην κεντρική τράπεζα – ένα πραγματικά τεράστιο ποσόν (το 50πλάσιο), το οποίο θα οδηγούσε ίσως κάποιες από αυτές επίσης στη χρεοκοπία (ένα από τα σημαντικότερα «διαπραγματευτικά χαρτιά», το οποίο φαίνεται ότι δεν χρησιμοποίησε η κυβέρνηση μας, για λόγους που μόνο η ίδια γνωρίζει).
Ένα επόμενο συμπέρασμα είναι το ότι, μας δάνεισαν 6,52 δις $ πραγματικά χρήματα, εισπράττοντας «τοκογλυφικούς τόκους» για 302.600 δις $ λογιστικό χρήμα (το ίδιο συμβαίνει προφανώς και με τις Ελληνικές τράπεζες, όσον αφορά τα δάνεια τους στο δημόσιο). Το τι θα σήμαινε μία ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ιρλανδίας, η οποία οφείλει πάνω από 730 δις $ στις τράπεζες (εξ αυτών, τα 508,6 δις $ στις ευρωπαϊκές), είναι τουλάχιστον «ανατριχιαστικό». Πόσα κερδίζουν βέβαια οι νέοι δανειστές μας, από το «πακέτο» στήριξης της οικονομίας μας, με το «ψηφιακό ποσόν» των 110 δις € που μας δανείζουν πλέον ενυπόθηκα, με «δόσεις υποτέλειας», είναι αρκετά εμφανές – γεγονός που σημαίνει ότι, δεν θα έχουν την παραμικρή διάθεση να μας «επιτρέψουν» (επιστρέψουν) την Εθνική μας κυριαρχία.      
Ο κίνδυνος τώρα των μαζικών αναλήψεων των καταθετών από τις τράπεζες (επιδρομή στις τράπεζες – Bank run) οφείλεται στο ότι, οι τράπεζες διαθέτουν μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό των καταθέσεων σε μετρητά, της τάξης του 3%. Εάν λοιπόν ένας μεγαλύτερος αριθμός καταθετών θελήσει να αποσύρει τα χρήματα του, οι τράπεζες αδυνατούν να τα διαθέσουν. Έτσι συνέβη σε γενικές γραμμές στην κρίση του 1930 – κάτι που τελικά επιλύθηκε αργότερα, ως ένα βαθμό, με τη βοήθεια της ίδρυσης των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες καλύπτουν (εν μέρει φυσικά), τέτοιου είδους ενδεχόμενα (Bank run).
Αυτό που επίσης συνέβη στην ίδια κρίση (1930), ήταν η μανία «αποχρέωσης» των νοικοκυριών (επιστροφή παλαιών δανείων, κανένας νέος δανεισμός) – γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα, αφενός μεν την «καταστροφή» μεγάλων ποσοτήτων χρήματος, αφετέρου το μηδενισμό της δημιουργίας νέων (μία από τις σημαντικότερες «παρενέργειες» του φαινομένου του «στασιμοπληθωρισμού», από τον οποίο κινδυνεύει τα μέγιστα σήμερα η χώρα μας, λόγω της ΔΝΤ-πολιτικής, στην οποία «σέρνεται» κυριολεκτικά η κυβέρνηση μας).
Χωρίς να επεκταθούμε σε περαιτέρω λεπτομέρειες, αφού ο σκοπός του κειμένου μας είναι διαφορετικός (θα επανέλθουμε με ιδιαίτερο άρθρο μας), δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί, ποια είναι η τελική πηγή των χρημάτων – κάτι αντίστοιχο δηλαδή, με την αναζήτηση της αρχής του σύμπαντος και του δημιουργού του.
Ψάχνοντας την απάντηση, καταλήγει εύκολα στην Τράπεζα των Τραπεζών – στην «Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών» δηλαδή (Bank for International Settlements ή BIS) η οποία, με έδρα τη Βασιλεία, λειτουργεί ουσιαστικά σαν την κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών. Η πόλη αυτή της Ελβετίας είναι γνωστή από τους κανόνες που θεσπίζονται για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, με την ονομασία Βασιλεία Ι, Βασιλεία ΙΙ κλπ. Επίσης, από την εντυπωσιακά μεγάλη έκθεση χρυσού και πολυτίμων λίθων, στην οποία πρωτοστατούν οι Εβραίοι.
 To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…) 

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ BIS 

Η «κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών» (BIS) είναι μία διεθνής οργάνωση του χρηματοπιστωτικού κλάδου, η οποία διαχειρίζεται ένα μέρος των διεθνών συναλλαγματικών αποθεμάτων. Ιδρύθηκε το 1930 από τις κεντρικές τράπεζες του Βελγίου, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας και της Ιταλίας, καθώς επίσης από δύο ομίλους ιδιωτικών τραπεζών των Η.Π.Α. και της Ιαπωνίας. Ο αρχικός σκοπός της ίδρυσης της ήταν η εξασφάλιση της ικανότητας αποπληρωμής των πολεμικών αποζημιώσεων του 1ου παγκοσμίου πολέμου από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με το YoungPlan (συμφωνία αποζημιώσεων και προγραμματισμός της πληρωμής τους, η οποία γράφτηκε το 1929 και υιοθετήθηκε το 1930).
Ήδη όμως από το 1931, όπου σταμάτησε η πληρωμή των αποζημιώσεων εκ μέρους της Γερμανίας, λόγω της παγκόσμιας τότε χρηματοπιστωτικής κρίσης, έπαψε να υφίσταται ο λόγος, για τον οποίο ιδρύθηκε η τράπεζα. Εν τούτοις, συνέχισε τη λειτουργία της, αφού μετατράπηκε στην κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών, η οποία συνέβαλλε στη στενότερη συνεργασία των κεντρικών τραπεζών μεταξύ τους – ενώ προσέφερε δυνατότητες νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (businesses).
Στην BIS αντιπροσωπεύονταν κυρίως τα ηγετικά αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (JP Morgan Chase & Co, Morgan Stanley, Chase National Bank of Rockefeller, Dillon-Read Group, Bank house J.Henry Schroeder New York), τα οποίαενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για «επιχειρηματικές συνεργασίες» με τη Γερμανία. Από γερμανικής πλευράς, συμμετείχε κυρίως ο Kurtvon Schroeder, ένας από τους σημαντικότερους χρηματοδότες του Hitler.     
Στην περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού (1933-1945), η BIS θεωρούταν ιδιαίτερα «φιλοναζιστική», με μία εξαιρετικά μεγάλης επιρροής γερμανική ομάδα εντός της. Για παράδειγμα, ο αντιπρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας του 3ου Ράιχ ήταν ένας από τους προέδρους της BIS. Το 1938, μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, η BIS ανέλαβε τον αυστριακό χρυσό, ενώ «βοήθησε» στην αποστολή  μέρους του τσεχικού χρυσού, προς όφελος των ναζί, μετά την κατάληψη της Τσεχίας (1939). Τότε, ο βρετανός λόρδος Montagun Norman, ένας από τους προέδρους της BIS και ταυτόχρονα διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, δεν εμπόδισε τη μεταφορά του τσεχικού χρυσού, προς όφελος των ναζί.
Τον Απρίλιο του 1939 ανέλαβε επίσημα πρόεδρος της BIS ο αμερικανός δικηγόρος Thomas Mc Kittrick, ο οποίος εκπροσωπούσε παράλληλα τα συμφέροντα των Rockefellers, ενώ κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, η BIS διακανόνιζε όλες τις απαιτούμενες συναλλαγματικές δραστηριότητες του 3ου Ράιχ – όπως, για παράδειγμα, τις «συναλλαγές» με τον κλεμμένο χρυσό των κεντρικών τραπεζών των χωρών που είχαν καταληφθεί από τη ναζιστική Γερμανία. Το ίδιο χρονικό διάστημα, η τράπεζα ήταν ο μυστικός τόπος συνάντησης γερμανών, ηγετικών στελεχών του Hitler, με διεθνείς τραπεζίτες – καθώς επίσης, με τον αρχηγό της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας στην Ελβετία.
Το 1943, οι προσπάθειες του τότε υπουργού οικονομικών των Η.Π.Α., καθώς επίσης της εξόριστης νορβηγικής κυβέρνησης να πάψει η λειτουργία της BIS, λόγω της ναζιστικής της «καταγωγής», δεν ευοδώθηκαν – μεταξύ άλλων, ο Keynes ήταν υπέρ της διατήρησης της, τεκμηριώνοντας τη θέση του με το ότι, η BIS θα φαινόταν χρήσιμη για την «επανόρθωση» της οικονομίας μετά τον πόλεμο. Μέχρι το 1990 δε έγιναν μεγάλες προσπάθειες για να διατηρηθεί κρυφό το ναζιστικό παρελθόν της BIS– παρά το ότι το 1952 είχε γραφεί ένα βιβλίο για την ιστορία της, από το Δανό K.Moltke.
Το βιβλίο αναφερόταν ουσιαστικά στην «υπόγεια» σχέση και στη στενή συνεργασία του αμερικανικού με το γερμανικό Καρτέλ, με συνδετικό κρίκο την τράπεζα των τραπεζών – κάτι που ενδεχομένως συνεχίζει να συμβαίνει, ειδικά όσον αφορά τα δύο αυτά ηγετικά Καρτέλ των πολυεθνικών. Πρόκειται λοιπόν για τη «φωλιά του κτήνους», όπως χαρακτηρίζουν το αιμοβόρο, αδρανές κερδοσκοπικό κεφάλαιο πολλοί οικονομολόγοι, η οποία (φωλιά) είναι ταυτόχρονα η «σκοτεινή σπηλιά» συνάντησης και συντονισμού του γερμανικού με το αμερικανικό, αλλά και με τα υπόλοιπα «δυτικά» Καρτέλ (των εντολοδόχων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας δηλαδή).         
.  

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ BIS 

Η τράπεζα των τραπεζών άρχισε να λειτουργεί κανονικά το 1945, αφού άλλαξε το καταστατικό της – έτσι ώστε όλες οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες, επίσης οι σοσιαλιστικές (με εξαίρεση τη Σοβιετική Ένωση και την Α. Γερμανία), να είναι μέλη της. Μεταξύ των ετών 1962 και 1971, το κεντρικό βάρος των δραστηριοτήτων της ήταν η καταπολέμηση των συναλλαγματικών κρίσεων, σε στενή συνεργασία με τους G10, όπου εκπροσωπούνταν οι κεντρικές τράπεζες των δέκα σημαντικότερων μελών του ΔΝΤ και της Ελβετίας (δεν ήταν τότε μέλος του Ταμείου). Από το 1971, μετά το χρονικό σημείο δηλαδή που έπαψε να ισχύει ο κανόνας του χρυσού και η σύνδεση των νομισμάτων με το δολάριο, οι δραστηριότητες της BIS αφορούσαν κυρίως τις ευρωπαϊκές αγορές συναλλάγματος, την επίβλεψη των τραπεζών, καθώς επίσης των ασφαλιστικών εταιρειών.
Ουσιαστικά η BIS είναι μία διεθνής «οργάνωση», η οποία «ορίζεται» από το ιδιαίτερο status μίας ανώνυμης εταιρείας «εξειδικευμένου Δικαίου», με έδρα τη Βασιλεία και δύο υποκαταστήματα – στην πρωτεύουσα του Μεξικού και στο Χονγκ Κονγκ. Τα ίδια κεφάλαια της ήταν αρχικά 1,5 δις «χρυσά φράγκα», χωρισμένα σε 600.000 μετοχές, αξίας 2.500 «χρυσά φράγκα» η κάθε μία (ένα «χρυσό φράγκο» αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από 0,29 γραμμάρια καθαρού χρυσού).
Κατά τον επίσημο ισολογισμό της από τις 31.10.2010, το μετοχικό κεφάλαιο είναι χωρισμένο σε 547.125 μετοχές, αξίας 5.000SDR (Special Drawing Right) εκάστης. Το SDR είναι μία ειδική μονάδα μέτρησης, ένα ειδικό, δικό τους νόμισμα δηλαδή («Θεϊκό»), το οποίο χρησιμοποιεί το ΔΝΤ – στις 31.03.2009 το 1 SDR αντιστοιχούσε με 1,493 $, ενώ υπολογίζεται σε σχέση με ένα ειδικό καλάθι διαφόρων ισχυρών νομισμάτων (η στενή σχέση της τράπεζας των τραπεζών με το ΔΝΤ, τον εντολοδόχο του Καρτέλ, καθώς επίσης οι ειδικοί μέθοδοι μέτρησης/αξιολόγησης που χρησιμοποιούνται από το Βατικανό του Κεφαλαίου, όπως αποκαλείται από κάποιους η BIS, είναι φανερή).
Οι μέτοχοι της είναι κεντρικές τράπεζες ενώ, παρά το καινούργιο καταστατικό της, υπάρχουν ακόμη μερικοί ιδιώτες-μέτοχοι, οι οποίοι δεν θέλουν να αποκαλυφθούν τα στοιχεία τους και δεν τους γνωρίζει κανένας «θνητός». Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί, αναφέρεται στα εξαιρετικά κερδοφόρα, στα εμφανή βέβαια αποτελέσματα της BIS, για το έτος χρήσης της που έληξε την 31.03.2010:
.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Αποτελέσματα χρήσεως 31.03.2009 – 31.03.2010, σε εκ. SDR
Στοιχεία
31.03.2010
31.03.2009
Σύνολο Ενεργητικού
*258.893,30
255.386,70
Καταθέσεις σε συνάλλαγμα
195.755,10
197.222,10
Καταθέσεις σε χρυσό
32.064,10
23.052,10
Ίδια Κεφάλαια
683,10
683,10
Καθαρό Κέρδος
**1.859,80
446,10
Κέρδος ανά μετοχή σε SDR
***3.405,40
816,80
Περίπου 258 δις SDR, ήτοι 384 δις $
** Περίπου 1,8 δις SDR. ήτοι 2,68 δις $
*** 3.405 SDR ή 5.083 $
Πηγή: Ισολογισμός BIS
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
.
Στη Γενική Συνέλευση, στο ανώτατο όργανο της τράπεζας, συμμετείχαν το 2001 συνολικά 49 κεντρικοί τραπεζίτες με δικαίωμα ψήφου. Εκτός από τις χώρες των G10, μέλη είναι η ΕΚΤ (1999), οι κεντρικές τράπεζες όλων των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, αρκετές της Α. Ευρώπης και οι σημαντικότερες ασιατικές χώρες – περαιτέρω, οι μεγαλύτερες λατινοαμερικανικές τράπεζες, καθώς επίσης οι κεντρικές τράπεζες της Κίνας, της Ινδίας, της Σαουδικής Αραβίας και της Ν. Αφρικής.
Η BIS διαχειρίζεται, από τη θέση της σαν κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών, ένα μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων πάρα πολλών κρατών, καθώς επίσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τέλη του 2000, τα συναλλαγματικά αποθέματα που διατηρούνταν εκεί ήταν της τάξης του 7% των παγκοσμίων αποθεμάτων, με πελάτες της 120 κεντρικές τράπεζες.
Τα χρηματικά αποθέματα διατηρούνται σε κατάσταση «υψηλής ρευστότητας», έτσι ώστε να διατίθενται αμέσως, όταν χρειαστούν. Η BIS λειτουργεί επίσης σαν επενδυτική τράπεζα (Investment Bank) των κεντρικών τραπεζών, με στόχο την αύξηση των αποδόσεων τους από τα συναλλαγματικά τους αποθέματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις δε εκχωρεί βραχυπρόθεσμες «διευκολύνσεις», ενώ χρηματοδοτεί συνήθως δάνεια, τα οποία εγγυάται η Παγκόσμια Τράπεζα ή το ΔΝΤ.
Περαιτέρω η BIS είναι, με βάση το καταστατικό της, ένα φόρουμ διεθνούς συνεργασίας για χρηματοοικονομικά θέματα, καθώς επίσης για τα θέματα του χρυσού. Συμμετέχει σε διαδικασίες στήριξης των ευρωπαϊκών νομισμάτων ενώ, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, όπου έχουν αυξηθεί οι διασυνοριακές ροές των χρημάτων σε μεγάλο βαθμό, «εποπτεύει» επίσημα τις κινήσεις τους (προφανώς, με τις πληροφορίες που κατέχει, μπορεί να κερδίζει απεριόριστες ποσότητες χρημάτων). Στον τομέα των ιδιωτικών τραπεζών, ασχολείται με τις συνθήκες εποπτείας τους (Βασιλεία Ι, ΙΙ, ΙΙΙ κλπ), όπως τα ελάχιστα ίδια κεφάλαια τους (8% του συνολικού τους ενεργητικού). Με τον τομέα των ασφαλιστικών εταιρειών ασχολείται η «διεθνής ένωση των Αρχών εποπτείας των ασφαλειών» (IAIS, μέλη 100 κράτη), η γραμματεία της οποίας έχει έδρα, από το 1988, στην BIS.
Ολοκληρώνοντας, η BIS ασχολείται με την έρευνα στους τομείς της πολιτικής χρήματος, εκδίδει μελέτες σε επιστημονικά έντυπα, καθώς επίσης γενικές οικονομικές αναλύσεις ανά τρίμηνο. Συγκεντρώνει στοιχεία από όλα τα μέλη της και τα εμφανίζει σε διεθνείς τραπεζικές στατιστικές, με ιδιαίτερη σημασία στην πρόβλεψη των κινδύνων υπερχρέωσης των κρατών, καθώς επίσης την έγκαιρη διαπίστωση μελλοντικών κρίσεων – σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. 
Τέλος, πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν κατάφερε να προβλέψει έγκαιρα την παρούσα οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε (επίσημα) με την κατάρρευση της Lehman Brothers – παρά την οργάνωση, την ποιότητα και τις λεπτομερείς, παγκόσμιες πληροφορίες της. Άλλοι βέβαια πιστεύουν ακριβώς το αντίθετο:
Ότι δηλαδή η ίδια την προκάλεσε, συντονίζοντας τις δυνάμεις όλου του τραπεζικού συστήματος, στα πλαίσια της ολοκληρωτικής επίθεσης του Καρτέλ εναντίον των αδύναμων χωρών, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των εργαζομένων της «δύσης» – με στόχους είτε την υποδούλωση συγκεκριμένων χωρών (με τη βοήθεια της αποκρατικοποίησης της Πολιτικής), είτε την ήττα του κοινωνικού καπιταλισμού από τον μονοπωλιακό, είτε τη «λεηλασία» κάποιων επιχειρήσεων (ιδίως των κερδοφόρων κοινωφελών), είτε τη «συμπίεση» των αμοιβών των εργαζομένων (στο ύψος του κινεζικού «προτύπου»), είτε άλλους.      

ΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ 

Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) είναι προφανώς το κέντρο, το «σημείο μηδέν» δηλαδή, του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος – «η φωλιά του Κτήνους», η «ναυαρχίδα» των διεθνών τοκογλύφων καλύτερα, η οποία «απομυζά» το αίμα που ρέει στο κυκλοφοριακό σύστημα των αγορών. Η οργάνωση επιτυγχάνει ετήσια κέρδη δισεκατομμυρίων, χωρίς να πληρώνει ούτε στο ελάχιστο φόρους, όπως όλοι εμείς οι θνητοί. Οι ικανότατοι διαχειριστές της διαπραγματεύονται με αξιόγραφα, με χρυσό και με κάθε άλλου είδους εμπορεύματα (commodities), σε έναν δικό τους κόσμο χωρίς σύνορα – ενώ κανένα δικαστήριο και καμία κυβέρνηση δεν ελέγχει τις δραστηριότητες τους. Όποιος θελήσει να επισκεφθεί τα 18όροφα κεντρικά της, δίπλα από το σιδηροδρομικό σταθμό της Βασιλείας, οφείλει να γνωρίζει ότι εισέρχεται σε διεθνές έδαφος, αφού η Ελβετική αστυνομία δεν έχει καμία δικαιοδοσία (πηγή: Tagespiegel).
Οι συζητήσεις που γίνονται στις «οχυρωμένες», ασφαλείς εγκαταστάσεις της BIS είναι απόλυτα εμπιστευτικές – ενώ οι αίθουσες είναι μονωμένες, έτσι ώστε να μην μπορούν να ακουστούν αυτά που διαδραματίζονται εντός τους. Πέντε φορές ετήσια συναντώνται εδώ οι κυρίαρχοι των επιτοκίων και των ποσοτήτων χρημάτων που διατίθενται στις αγορές παγκοσμίως, για μυστικές ανταλλαγές απόψεων. Οι κεντρικοί τραπεζίτες των 56 χωρών-μελών της Γενικής της συνέλευσης σήμερα,αποφασίζουν στη Βασιλεία για τις πολιτικές αντιμετώπισης του χάους που βασιλεύει στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς επίσης για τα «πακέτα» στήριξης των χωρών που είναι αντιμέτωπες με οικονομικές κρίσεις – χωρίς κανένας να ενημερώνεται για το περιεχόμενο των άκρως απορρήτων συζητήσεων τους.
Στο ίδιο κτίριο στεγάζεται το «Συμβούλιο της Βασιλείας για την εποπτεία των τραπεζών», καθώς επίσης το «Συμβούλιο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (Financial Stability Board) – εκείνες οι οργανώσεις δηλαδή, στις οποίες οι χρηματοπιστωτικοί «επόπτες» των 20 μεγαλυτέρων κρατών (G20) συμφωνούν μόνοι τους τα ελάχιστα «στάνταρντ» (συμφωνίες της Βασιλείας), για την προστασία του κλάδου του χρήματος. Η BIS, στην προκειμένη περίπτωση, δεν διαθέτει μόνο τους χώρους συνάντησης, αλλά τις ειδικές της γνώσεις, καθώς επίσης τα 550 άτομα του προσωπικού της.
Η βασική ασχολία όμως του προσωπικού της, είναι η διαχείριση ενός μέρους των αποθεμάτων (ρεζέρβες) της ΕΚΤ ή της Fed, με εντολή δική τους. Τα κέρδη από τη διαχείριση κεφαλαίων των κεντρικών τραπεζών, ύψους περί τα 300 δις €, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα (περί τα 2,68 δις $), ενώ καθιστούν ανεξάρτητη την BIS. Οι «κυρίαρχοι του παιχνιδιού» εδώ είναι οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών και όχι οι εθνικές κυβερνήσεις – γεγονός που προστατεύει την τράπεζα από τις πολιτικές επιρροές. Όπως λέγεται δε, «Εδώ αποφασίζουν μόνο οι Bernanke οι Trichet αυτού του κόσμου, κανένας πολιτικός».
Ίσως το σημαντικότερο πρόσφατο γεγονός, ήταν η υποχρεωτική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζικών ιδρυμάτων, με βάση τα οποία προσφέρουν δάνεια έως και 50πλάσια των χρημάτων, τα οποία πραγματικά διαθέτουν – με αντίστοιχο πολλαπλασιασμό των ευκαιριών (κερδών), αλλά και του ρίσκου, στην περίπτωση που οι τοποθετήσεις τους (δάνεια, επενδύσεις) αποδειχθούν ζημιογόνες. Η μείωση του πολλαπλασιαστή αυτού στο 33 (50 σήμερα), από το 2018, η τοποθέτηση δηλαδή ενός ανωτάτου ορίου χρέωσης των τραπεζών, στο 33πλάσιο των καταθέσεων τους στις εκάστοτε κεντρικές τράπεζες, προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στο διεθνές τραπεζικό λόμπυ.
Ο παγκόσμιος σύλλογος των μεγάλων τραπεζών (Institute of International Finance), πρόεδρος του οποίου είναι ο κ. J.Ackerman της Deutsche Bank (μάλλον εβραϊκής καταγωγής), προειδοποίησε την επιτροπή (BIS), ισχυριζόμενος ότι θα χαθούν τουλάχιστον 10.000.000 θέσεις εργασίας – κάτι που θεωρήθηκε εντελώς εσφαλμένο, αφού ένα ελάχιστο μόνο μέρος των τραπεζικών δανείων καταλήγει στην πραγματική οικονομία. Δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος τοποθετείται στα χρηματιστήρια, με υπερ100πλάσιο «πολλαπλασιαστή» – γεγονός που προσφέρει ονειρικές αποδόσεις στις τράπεζες (αλλά και απίστευτα μεγάλα ρίσκα).
.

Η BIS ΚΑΙ Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ 

Ο αμερικανικός όμιλος GATA (Gold Anti-Trust Action Committee), κατέθεσε το Φεβρουάριο του 2002 (λίγο αργότερα ξεκίνησε παραδόξως η άνοδος των τιμών του χρυσού, μετά από πάρα πολλά χρόνια σταθερής διατήρησης της ισοτιμίας του), στο δικαστήριο της Βοστόνης, αγωγή εναντίον του αμερικανικού αποθετηρίου, της κεντρικής τράπεζας των Η.Π.Α. (Fed), καθώς επίσης διαφόρων μεγάλων τραπεζών. Κατηγορούμενοι ήταν πολιτικοί, όπως ο πρώην Πρόεδρος BClinton και ο πρώην υπουργός οικονομικών LSummers, ο διοικητής της Fed κ. AGreenspan, καθώς επίσης οι πολυεθνικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων ηBIS, η J.P.Morgan, η Chase Manhattan, η Citigroup, η Goldman Sachs και η Deutsche Bank.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η κυβέρνηση των Η.Π.Α., σε συνεργασία με τις ηγετικές τράπεζες του κλάδου, είχε «χειραγωγήσει» από το 1994 και μετά την τιμή του χρυσού, με στόχο τη διατήρηση της σε χαμηλά επίπεδα. Ο στόχος των τραπεζών ήταν η επίτευξη μεγάλων κερδών, ενώ η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αποσκοπούσε στην παραπλάνηση του υπολοίπου κόσμου, σε σχέση με την ισχύ του δολαρίου – το οποίο ουσιαστικά διατηρούταν τεχνητά υπερτιμημένο, έτσι ώστε να παραμένει παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, χωρίς τον ανταγωνισμό των υπολοίπων νομισμάτων (πηγές: B.Seiler, gata.org). Ειδικότερα, η αγωγή αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στα εξής:
.
(α)  Η τιμή του χρυσού δεν επιτρεπόταν να αυξηθεί, επειδή κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με «σήμα κινδύνου» προς τις διεθνείς αγορές, σε σχέση με τον πληθωρισμό του αμερικανικού νομίσματος.
(β)  Μία ενδεχόμενη αύξηση της τιμής του χρυσού, θα πρόδιδε τη διεθνή αδυναμία του δολαρίου.
(γ)  Θα έπρεπε να προστατευθούν από δυνητικές ζημίες τόσο οι τράπεζες, όσο και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία δανείζονταν με χαμηλότοκα ομόλογα χρυσού, διαθέτοντας εξ αυτού πολύ χαμηλά αποθέματα του κίτρινου μετάλλου – κάτι που θα συνέβαινε, θα ζημιώνονταν δηλαδή οι τράπεζες, εάν αυξανόταν η τιμή του χρυσού.
.
Χωρίς καμία αμφιβολία, ο χρυσός αποτελεί ακόμη ένα αξιόπιστο βαρόμετρο του πληθωρισμού ενός νομίσματος(«εκτύπωση» δυσανάλογων ποσοτήτων χρήματος, με αποτέλεσμα την υποτίμηση τους), εάν δεν μπορεί κανείς να εξασφαλίσει τεχνητά τη διατήρηση του σε χαμηλή τιμή, σε σχέση με το συγκεκριμένο νόμισμα (εν προκειμένω, το δολάριο).
Αναμφίβολα λοιπόν, η αύξηση της τιμής του χρυσού σε σχέση με το δολάριο, «τεκμηριώνει» την αστάθεια του νομίσματος. Επομένως, εάν η αμερικανική κυβέρνηση ήταν σε θέση να ελέγξει την τιμή του χρυσού (σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο που συνέταξαν οι δικηγόροι της GATA), μπορούσε να ελέγξει επίσης την ισοτιμία του δολαρίου – εξαπατώντας τον υπόλοιπο πλανήτη. Συνεπώς, ο χρυσός ήταν ανέκαθεν, ενώ συνεχίζει να είναι, ένα «πολιτικό» μέταλλο.
.
Αντίθετα, οι τράπεζες έλαβαν τότε μέρος στο, χωρίς καμία αμφιβολία εξαιρετικά πολύπλοκο αυτό παιχνίδι, με στόχο την αποκόμιση υπερκερδών. Η επεξήγηση αυτής της «υπόθεσης εργασίας» είχε ως εξής:
(α)  Στα χαρτιά, δανείζονταν οι εμπορικές τράπεζες χρυσό, από την εκάστοτε κεντρική τράπεζα, με πολύ χαμηλό επιτόκιο (περί το 1%).
(β) Τον χρυσό αυτόν που δανείζονταν, τον πουλούσαν αργότερα στην «ανοιχτή αγορά», χωρίς την ανάληψη κανενός ρίσκου – αφού γνώριζαν ότι, η τιμή του θα διατηρούνταν σταθερή (κάτι που προφανώς δεν ισχύει για τίποτα στον κόσμο, εάν δεν «χειραγωγείται» η τιμή του).
(γ)  Στη συνέχεια, επένδυαν τα έσοδα από την πώληση του χρυσού, σε κρατικά ομόλογα – ή συμμετείχαν στις κερδοσκοπικές αγορές των παραγώγων, οι οποίες υπόσχονταν τεράστια κέρδη, με χαμηλές επενδύσεις (μόνο το 2005, η J.P.Morgan κατείχε παράγωγα αξίας 25 τρις $).
.
Εάν λοιπόν δεν συνέβαινε κάτι απρόβλεπτο, οι τράπεζες που συμμετείχαν σε αυτό το παιχνίδι (Colpo Grosso) κέρδιζαν στην κυριολεξία τεράστια ποσά. Εάν όμως κατέρρεαν τα χρηματιστήρια ή εάν αυξανόταν η τιμή του χρυσού, τον οποίο είχαν δανεισθεί και όφειλαν να επιστρέψουν αργότερα, τότε οι τράπεζες θα έχαναν αντίστοιχα τεράστια ποσά, οδηγούμενες στη χρεοκοπία – πόσο μάλλον αφού, μαζί με την άνοδο της τιμής του χρυσού, θα αυξάνονταν και οι τόκοι που πλήρωναν για τις ποσότητες που είχαν δανεισθεί, σε επίπεδα που θα αδυνατούσαν να πληρώσουν. Μεταξύ άλλων, η GATA ανέφερε ότι, μεταξύ των ετών 1998 και 2001 η ζήτηση του χρυσού ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από τις ετήσιες ποσότητες εξόρυξης, γεγονός που όφειλε να οδηγήσει στην αύξηση της τιμής του. Κατά την ίδια, το κέρδος του Καρτέλ των τραπεζών, με τη βοήθεια της χειραγώγησης της τιμής του χρυσού, ήταν της τάξης των 42 δις $.
Φυσικά η αγωγή απορρίφθηκε από το αμερικανικό δικαστήριο, το οποίο θεώρησε ότι ο κατήγορος δεν είχε έννομο συμφέρον. Εμείς βέβαια δεν μπορούμε να έχουμε σαφή άποψη, αν και οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι, τα τελευταία πέντε χρόνια η τιμή του χρυσού σχεδόν 7πλασιάστηκε (από τα 200 $ στα 1.400 $ σήμερα) – κάτι που μάλλον θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά, σχετικά με την πραγματική ισοτιμία του δολαρίου και την μητέρα των κρίσεων που προβλέπεται.    
Εάν δε συνειδητοποιήσουμε ότι, η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, κυρίως εις βάρος άλλων λαών, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά,ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε.
Ίσως δε κάποια στιγμή να πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χαρτονομίσματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» από το Καρτέλ, ισοτιμίες ανταλλαγής – πόσο μάλλον όταν οι συνολικοί τόκοι επί των συνεχώς αυξανομένων χρεών, για τους οποίους δεν «κατασκευάζονται» παραδόξως νέα χρήματα (ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα της διαδικασίας), ξεπεράσουν τα συνολικά κεφάλαια, τα οποία ολόκληρη η ανθρωπότητα οφείλει στους, ελάχιστους σχετικά, κυρίαρχους του σύμπαντος.
Κλείνουμε με τα χαρακτηριστικά λόγια του 28ου  Προέδρου των Η.Π.Α. W.Wilson, αναφορικά με το τραπεζικό σύστημα: «Υπάρχει μία (σκοτεινή) δύναμη τόσο οργανωμένη, τόσο λεπτή, τόσο προσεκτική, τόσο διασφαλισμένη, τόσο πλήρης και τόσο κυρίαρχη, που καλά θα κάνουν να προσέχουν όσοι και όταν μιλούν εναντίον της».
.