Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Οι Συνθήκες της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο


Οι Συνθήκες της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, συνθήκη ΕΟΚ - πρωτότυπο κείμενο (μη ενοποιημένη έκδοση)
Χρονολογική παρουσίαση

Συνθήκες
Οι Συνθήκες της ΕΕ είναι δεσμευτικές συμφωνίες ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΕ. Ορίζουν τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους κανόνες που πρέπει να τηρούν τα θεσμικά της όργανα, τον τρόπο λήψης αποφάσεων και τη σχέση της ΕΕ με τα κράτη μέλη της. Κάθε δράση που αναλαμβάνει η ΕΕ βασίζεται στις Συνθήκες.

Οι Συνθήκες ενίοτε τροποποιούνται με σκοπό να γίνει η ΕΕ πιο αποτελεσματική και διαφανής, να προετοιμαστεί για την προσχώρηση νέων κρατών μελών και να αναπτύξει νέους τομείς συνεργασίας.

Η EUR-Lex περιλαμβάνει τις ιδρυτικές και τις τροποποιητικές Συνθήκες , τις Συνθήκες προσχώρησης νέων κρατών μελών , καθώς και ορισμένα πρωτόκολα.
Ισχύουσες σήμερα Συνθήκες
Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (2016) - ΕΕ C 202 (2016)
Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2016) - ΕΕ C 202 (2016)
Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ενοποιημένη έκδοση 2016) - ΕΕ C 203 (2016)
Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2016) - ΕΕ C 202 (2016)
Συνθήκη της Λισσαβώνας (2007) - ΕΕ C 306 (2007)
Έρευνα στις συνθήκες
Ισχύουσες σήμερα Συνθήκες
Ιδρυτικές Συνθήκες
Συνθήκες προσχώρησης
Άλλες Συνθήκες και Πρωτόκολλα
Χρονολογική παρουσίαση

Η πρώτη Συνθήκη, η οποία υπογράφηκε το 1951, δημιούργησε την Κοινοβουλευτική Συνέλευση, η οποία μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η αρχική Συνθήκη απέβλεπε στη συνεργασία έξι χωρών, οι οποίες κατά το παρελθόν βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση, για την επίτευξη κοινών στόχων. Οι Συνθήκες που ακολούθησαν περιελάμβαναν συμφωνίες σχετικά με νέους τομείς συνεργασίας ή αποσκοπούσαν στη βελτίωση του τρόπου λειτουργίας των θεσμικών οργάνων της ΕΕ ενόψει της αύξησης του αριθμού των μελών της από έξι σε 27. Για παράδειγμα, η γεωργική πολιτική θεσπίστηκε με τη Συνθήκη ΕΟΚ ενώ η Συνθήκη της Νίκαιας μεταρρύθμισε τη θεσμική δομή της ΕΕ.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ελεγκτικό Συνέδριο ασκούν όλες τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με τις Συνθήκες. Η Επιτροπή θεωρείται «θεματοφύλακας των Συνθηκών». Όταν προετοιμάζεται η εκπόνηση μιας νέας Συνθήκης, ή τροποποιείται μια υφιστάμενη Συνθήκη, συγκαλείται Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ) στο πλαίσιο της οποίας συνέρχονται οι κυβερνήσεις των κρατών μελών. Πραγματοποιείται διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, το οποίο γνωμοδοτεί σχετικά με τη Συνθήκη κατά την κατάρτιση και ολοκλήρωσή της.

Το Κοινοβούλιο αποκτά όλο και περισσότερες δημοκρατικές, ελεγκτικές και νομοθετικές αρμοδιότητες με κάθε νέα Συνθήκη. Με τη Συνθήκη των Βρυξελλών (υπογράφηκε το 1975), το Κοινοβούλιο απέκτησε το δικαίωμα να ελέγχει τους λογαριασμούς της ΕΕ στο τέλος κάθε έτους, και να αξιολογεί κατά πόσον η Επιτροπή εκτέλεσε συνετά και ορθά τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (υπογράφηκε το 1986) περιελάμβανε νέες προσθήκες, με τις οποίες διασφαλίζεται ότι, προτού προσχωρήσει μια νέα χώρα στην ΕΕ, είναι υποχρεωτική η συμφωνία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ (υπογράφηκε το 1997) ενίσχυσε πολύ περισσότερο τη θέση του Κοινοβουλίου όσον αφορά την από κοινού με το Συμβούλιο θέσπιση νομοθεσίας για ευρύ φάσμα τομέων οι οποίοι επρόκειτο να υπαχθούν στην κοινοτική νομοθεσία (προστασία των καταναλωτών, δυνατότητα νόμιμης εργασίας σε άλλη χώρα μέλος και περιβαλλοντικά ζητήματα, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο παραδείγματα).

Η πιο πρόσφατη Συνθήκη, η Συνθήκη της Λισαβόνας, ετέθη σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009. Ενισχύει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προσφέρει στα εθνικά κοινοβούλια περισσότερες αρμοδιότητες για τον καθορισμό της κατεύθυνσης της ευρωπαϊκής πολιτικής, ενώ επιπλέον προσφέρει στους πολίτες της ΕΕ τη δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλίας. Η Συνθήκη ενισχύει τις εξουσίες του Κοινοβουλίου ως πλήρως αναγνωρισμένου συννομοθέτη με αυξημένες δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Επιτρέπει επίσης στο Κοινοβούλιο να διαδραματίζει καίριο ρόλο κατά την εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Κυρωθείσες συνθήκες

Συνθήκη της Λισαβόνας


Η ΔΚΔ που ήταν αρμόδια για την κατάρτιση μιας Ευρωπαϊκής Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης ξεκίνησε τις εργασίες της στη Λισαβόνα στις 23 Ιουλίου 2007 (εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: Elmar Brok, Enrique Barón Crespo και Andrew Duff). Το κείμενο της Συνθήκης εγκρίθηκε κατά τη διάρκεια συνάντησης των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στη Λισαβόνα στις 18-19 Οκτωβρίου 2007. Η Συνθήκη της Λισαβόνας υπογράφηκε παρουσία του Προέδρου του ΕΚ, Hans-Gert Pöttering, στις 13 Δεκεμβρίου 2007, μετά την πανηγυρική διακήρυξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κοινοβούλιο από τους Προέδρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου.

Έως τις 19 Φεβρουαρίου 2008, η Συνθήκη της Λισαβόνας είχε εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (έκθεση Corbett/Méndez de Vigo). Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να διορίζει τον Πρόεδρο της Επιτροπής, βάσει πρότασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η διαδικασία συναπόφασης διευρύνεται περαιτέρω, ώστε να συμπεριλάβει νέους τομείς, και πρόκειται να μετονομαστεί σε «συνήθη νομοθετική διαδικασία».

Πλην ολίγων εξαιρέσεων, η Συνθήκη θέτει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως νομοθέτη, σε ισότιμη βάση με το Συμβούλιο σε τομείς στους οποίους κατά το παρελθόν αυτό δεν ίσχυε, ιδίως δε στον καθορισμό του προϋπολογισμού της ΕΕ (το Κοινοβούλιο απολαμβάνει πλήρη ισότητα), στην αγροτική πολιτική και στον τομέα της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας, ετέθη σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009 αφού πρώτα επικυρώθηκε από το σύνολο των 27 κρατών μελών.
Υπογραφή: Λισαβόνα (Πορτογαλία), 13 Δεκεμβρίου 2007
Έναρξη ισχύος: την 1η Δεκεμβρίου 2009
Κεντρική ενημερωτική σελίδα
EK & Συνθήκη της Λισαβόνας
Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη Συνθήκη της Λισαβόνας: 20 Φεβρουαρίου 2008
Ενοποιημένες αποδόσεις αυτής της Συνθήκης
Ενοποιημένες αποδόσεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας: έκδοση 2006
Ενοποιημένες αποδόσεις της Συνθήκης ΕΚ και της Συνθήκης ΕΕ, στις οποίες περιλαμβάνονται οι τροποποιήσεις που επιφέρει η Συνθήκη της Λισαβόνας: 9 Μαΐου 2008
Προπαρασκευαστική Διακυβερνητική Διάσκεψη
Έγγραφα της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 2007
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με τη σύγκληση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης (ΔΚΔ): η γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: 11 Ιουλίου 2007

Συνθήκη της Νίκαιας


Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων υπογράφηκε από τους Προέδρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας. Η Συνθήκη της Νίκαιας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς Πράξεις υπογράφηκε παρουσία της Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Nicole Fontaine. Σκοπός της Συνθήκης της Νίκαιας ήταν η μεταρρύθμιση της θεσμικής δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της νέας διεύρυνσης. Με τη Συνθήκη της Νίκαιας, αυξήθηκαν οι νομοθετικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου και επεκτάθηκε σε περισσότερους τομείς το σύστημα ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία στους κόλπους του Συμβουλίου.
Υπογραφή:Νίκαια (Γαλλία), 26 Φεβρουαρίου 2001
Έναρξη ισχύος:1 Φεβρουαρίου 2003
Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη Συνθήκη της Νίκαιας και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 31 May 2001
Ενοποιημένες αποδόσεις των Συνθηκών ΕΕ
Ενοποιημένες αποδόσεις (2002) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όπως ισχύουν από: 1 Φεβρουαρίου 2003
Προπαρασκευαστική Διακυβερνητική Διάσκεψη
Όλα τα έγγραφα της ΔΚΔ του 2000
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Διακυβερνητική Διάσκεψη του 2000
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την προετοιμασία της αναθεώρησης των Συνθηκών και την προσεχή ΔΚΔ: 18 Νοεμβρίου 1999
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη σύγκληση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης: 3 Φεβρουαρίου 2000
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις προτάσεις του για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη: 13 Απριλίου 2000
Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωση
Υπογραφή: Νίκαια (Γαλλία), 7 Δεκεμβρίου 2000, και σε ελαφρώς τροποποιημένη μορφή στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (Γαλλία)
Έναρξη ισχύος: Ως τμήμα της Συνθήκης της Λισαβόνας (και, προηγουμένως, τμήμα του απορριφθέντος σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης), ο Χάρτης θα καταστεί νομικώς δεσμευτικός αφ’ ης στιγμής τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας.
Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 3 Οκτωβρίου 2000

Συνθήκη του Άμστερνταμ


Τον Μάρτιο του 1996 ξεκίνησε στο Τορίνο (Ιταλία) Διακυβερνητική Διάσκεψη με σκοπό την αναθεώρηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μετέπειτα Συνθήκη του Άμστερνταμ, που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς Πράξεις, υπογράφηκε παρουσία του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, José María Gil-Robles.

Καθώς τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο του 1999, η διαδικασία συναπόφασης απλουστεύθηκε και το πεδίο εφαρμογής της διευρύνθηκε. Το Κοινοβούλιο είχε πλέον το δικαίωμα να εγκρίνει τον διορισμό του Προέδρου της Επιτροπής.
Υπογραφή:Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), 2 Οκτωβρίου 1997
Έναρξη ισχύος:1 Μαΐου 1999

Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ: 19 Νοεμβρίου 1997
Προπαρασκευαστική Διακυβερνητική Διάσκεψη
Όλα τα έγγραφα της ΔΚΔ του 1996
Ψήφισμα που αποτελεί τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου σχετικά με τη σύγκληση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης 13 Μαρτίου 1996,

Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)/Συνθήκη του Μάαστριχτ


Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση υπογράφηκε στο Μάαστριχτ παρουσία του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Egon Klepsch. Σύμφωνα με την εν λόγω Συνθήκη, η Ένωση θεμελιώνεται επί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτος πυλώνας), με δύο πρόσθετους τομείς συνεργασίας (δεύτερος και τρίτος πυλώνας): την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και τη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ).

Κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ΕΟΚ καθίσταται Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ). Οι νομοθετικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες του ΕΚ αυξάνονται μέσω της θέσπισης της διαδικασίας συναπόφασης και της επέκτασης της διαδικασίας συνεργασίας.

Δυνάμει της νέας Συνθήκης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να καλεί την Επιτροπή να παρουσιάζει νομοθετική πρόταση για ζητήματα τα οποία, κατά τη γνώμη του, απαιτούν την κατάρτιση κοινοτικής πράξης. Το σύνολο των μελών της Επιτροπής πρέπει εφεξής να εγκρίνεται από το ΕΚ, το οποίο διορίζει επίσης τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
Υπογραφή:Μάαστριχτ (Κάτω Χώρες), 7 Φεβρουαρίου 1992
Έναρξη ισχύος:1 Νοεμβρίου 1993

Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα σχετικά με τα αποτελέσματα της Διακυβερνητικής Διάσκεψης: 7 Απριλίου 1992
Ενοποιημένες αποδόσεις αυτής της Συνθήκης
Όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ: έκδοση 1997
Όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη της Νίκαιας: έκδοση 2002

Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ)


Η πρώτη Διακυβερνητική Διάσκεψη εγκαινιάστηκε υπό την Προεδρία της Ιταλίας στις 9 Σεπτεμβρίου 1985, και κορυφώθηκε με την έγκριση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης στις 28 Φεβρουαρίου 1986 στις Βρυξέλλες.

Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη επέφερε τροποποιήσεις στις Συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και καθιέρωσε την ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία. Όταν τέθηκε σε ισχύ η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ), ο τίτλος «Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο» (τον οποίο η Συνέλευση χρησιμοποιούσε από το 1962) έγινε επίσημος. Η ΕΕΠ αύξησε επίσης τις νομοθετικές αρμοδιότητες του ΕΚ μέσω της θέσπισης των διαδικασιών συνεργασίας και σύμφωνης γνώμης.
Υπογραφή:Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο), 17 Φεβρουαρίου 1986, και Χάγη (Κάτω Χώρες), 28 Φεβρουαρίου 1986
Έναρξη ισχύος:1 Ιουλίου 1987

Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα σχετικά με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη: 11 Δεκεμβρίου 1986
Δεύτερη Συνθήκη περί προϋπολογισμού/Συνθήκη των Βρυξελλών

Η Συνθήκη των Βρυξελλών του 1975 τροποποίησε εκ νέου ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις των Συνθηκών. Ενίσχυσε τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες της Συνέλευσης (το ΕΚ εξασφάλισε το δικαίωμα απόρριψης του κοινοτικού προϋπολογισμού και χορήγησης απαλλαγής στην Επιτροπή ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού) και προέβλεπε την ίδρυση ενός Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Υπογραφή:Βρυξέλλες (Βέλγιο), 22 Ιουλίου 1975
Έναρξη ισχύος:1 Ιουνίου 1977

Επίσημο κείμενο ,,,
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου: ,,,,,
.
Συνθήκη του Λουξεμβούργου

Συνθήκη για την τροποποίηση ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων/πρώτη Συνθήκη περί προϋπολογισμού

Με την υπογραφή της Συνθήκης του Λουξεμβούργου, για την τροποποίηση ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων των Συνθηκών, οι δημοσιονομικές αρμοδιότητες της Συνέλευσης ενισχύθηκαν καθώς οι χρηματικές εισφορές των κρατών μελών αντικαταστάθηκαν από «ιδίους πόρους».
Υπογραφή:Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο), 22 Απριλίου 1970
Έναρξη ισχύος:1 Ιανουαρίου 1971

Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα σχετικά με τις θεσπισθείσες από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διατάξεις όσον αφορά την τροποποίηση ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων: 5 Ιουνίου 1970 Διαθέσιμο σε μορφότυπο pdf από το Κέντρο Αρχειοθέτησης και Τεκμηρίωσης στις εξής γλώσσες: ,,,
.
Συνθήκη Συγχώνευσης

Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας/Συνθήκη Συγχώνευσης


Η Συνθήκη Συγχώνευσης του 1965 ενοποίησε τα όργανα άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας. Οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες ιδρύθηκαν ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης των θεσμικών οργάνων της ΕΚΑΧ, της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ.
Υπογραφή:Βρυξέλλες (Βέλγιο) 8 Απριλίου 1965
Έναρξη ισχύος:1η Ιουλίου 1967

Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα σχετικά με τα προβλήματα που δημιουργεί η εκπόνηση Συνθήκης συγχώνευσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: 5 Ιουνίου 1968 Διαθέσιμο σε μορφότυπο pdf από το Κέντρο Αρχειοθέτησης και Τεκμηρίωσης στις εξής γλώσσες: ,,,
Ψήφισμα περί τροποποίησης του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: 4 Οκτωβρίου 1967 Διαθέσιμο σε μορφότυπο pdf από το Κέντρο Αρχειοθέτησης και Τεκμηρίωσης στις εξής γλώσσες: ,,,
.
Συνθήκη Ευρατόμ

Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας



Δύο Συνθήκες υπογράφηκαν στις 25 Μαρτίου 1957 – η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ). Ορισμένοι από τους κύριους στόχους της Συνθήκης Ευρατόμ είναι:
η προώθηση της έρευνας και της διάδοσης τεχνικών πληροφοριών
ο καθορισμός ενιαίων προτύπων ασφαλείας για την προστασία του κοινού και των εργαζομένων στη βιομηχανία
η διευκόλυνση της έρευνας
η διασφάλιση ότι τα πυρηνικά υλικά που προορίζονται για ειρηνική χρήση δεν θα διατεθούν για άλλες χρήσεις, κυρίως δε στρατιωτικές

Η αξία της Ευρατόμ καθίσταται εμφανής στο πλαίσιο της διεύρυνσης. Η ατομική ενέργεια είναι σημαντική πηγή ενέργειας για πολλές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, όμως τα πρότυπα ασφαλείας στους πυρηνικούς τους σταθμούς και το επίπεδο προστασίας του κοινού και των εργαζομένων δεν είναι πάντα επαρκή. Η Ευρατόμ παρέχει το πλαίσιο για την παροχή στήριξης από την ΕΕ.
Υπογραφή:Ρώμη (Ιταλία) 25 Μαρτίου 1957
Έναρξη ισχύος:1 Ιανουαρίου 1958

Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ενοποιημένες αποδόσεις αυτής της Συνθήκης
Όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ: έκδοση 1992

Συνθήκη της Ρώμης (ΕΟΚ)

Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας



Δύο Συνθήκες υπογράφηκαν στις 25 Μαρτίου 1957 – η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ). Και για τις δύο νέες Κοινότητες, οι αποφάσεις ελήφθησαν από το Συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί διαβούλευση με την Κοινοβουλευτική Συνέλευση, η οποία έπρεπε να υποβάλει γνωμοδότηση στο Συμβούλιο. Η Συνέλευση αύξησε τον αριθμό των μελών της σε 142. Η Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Συνέλευση πραγματοποίησε την πρώτη σύνοδό της το επόμενο έτος, στις 19 Μαρτίου 1958. Στις Συνθήκες της Ρώμης προβλέπεται ειδική διάταξη για την άμεση εκλογή των μελών (η οποία εφαρμόστηκε το 1979).
Υπογραφή:Ρώμη (Ιταλία) 25 Μαρτίου 1957
Έναρξη ισχύος:1 Ιανουαρίου 1958

Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ενοποιημένες αποδόσεις αυτής της Συνθήκης
Όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ: έκδοση 1992 ,
Όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ: έκδοση 1997
Όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη της Νίκαιας: έκδοση 2002

Συνθήκη των Παρισίων

Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ)


Η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) υπογράφηκε στο Παρίσι από το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες. Τέθηκε σε ισχύ για περίοδο 50 ετών. Τα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης επιλέχθηκαν μεταξύ των μελών των αντιστοίχων εθνικών κοινοβουλίων. Η Συνέλευση είχε το δικαίωμα διάλυσης της Ανωτάτης Αρχής (προδρόμου της σημερινής Επιτροπής).
Υπογραφή:Παρίσι (Γαλλία) 18 Απριλίου 1951
Έναρξη ισχύος:26 Ιουλίου 1952
Λήξη:23 Ιουλίου 2002

Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο

Μη κυρωθείσες Συνθήκες
.
Σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (δεν έχει κυρωθεί)


Η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 18 Ιουνίου 2004 και υπογράφηκε στη Ρώμη στα τέλη του ιδίου έτους παρουσία του Προέδρου του ΕΚ, Josep Borrell Fontelles. Ενώ είχε εγκριθεί από το ΕΚ (έκθεση Méndez de Vigo-Leinen), η Συνθήκη απορρίφθηκε στη συνέχεια από τη Γαλλία (29 Μαΐου 2005) και τις Κάτω Χώρες (1 Ιουνίου 2005) στα αντίστοιχα εθνικά δημοψηφίσματα.

Μετά την απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης, τα κράτη μέλη ξεκίνησαν τη διαδικασία κατάρτισης της Συνθήκης της Λισαβόνας.
Υπογραφή: Ρώμη (Ιταλία) 29 Οκτωβρίου 2004
Έναρξη ισχύος: Δεν έχει κυρωθεί από το σύνολο των 27 κρατών μελών

Κεντρική ενημερωτική σελίδα
Επίσημο κείμενο
Ψηφίσματα του Κοινοβουλίου
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης: 12 Ιανουαρίου 2005
Προπαρασκευαστική Διακυβερνητική Διάσκεψη
Όλα τα έγγραφα της ΔΚΔ του 2004
Οι εργασίες της ΔΚΔ του 2003-2004
Επίσημος ιστότοπος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα: , , , , ,
Αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση: ,
Αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, και γνωμοδότηση του ΕΚ σχετικά με τη σύγκληση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης: 24 Σεπτεμβρίου 2003
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τα αποτελέσματα της Διακυβερνητικής Διάσκεψης: 18 Δεκεμβρίου 2003

από
http://www.europarl.europa.eu/aboutparliament/el/00b82c7869/Οι-Συνθήκες-και-το-Ευρωπαϊκό-Κοινοβούλιο.html

ΣΧΕΤΙΚΑ:

Η Συνθήκη της Λωζάνης (το πλήρες κείμενο)

ΧΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (2012/C 326/02)

Τι είναι τελικά αυτή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), τι εξουσίες έχει, πόσο ελέγχεται κλπ

Υπόδειγμα αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σχετικές πληροφορίες

Δήμευση περιουσιών – Μοντέλο καταγγελίας στην ΕΕ για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου

Πώς καταρτίζεται, τροποποιείται και λύεται μια διεθνής συνθήκη (Σύμβαση της Βιέννης)

Ενημερωθείτε και ενημερώστε: Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (European Stability Mechanism – ESM)
https://justiceforgreece.wordpress.com/2014/03/21/%CE%BF%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B5-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CF%85%CF%81%CF%89%CF%80%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C-%CE%BA%CE%BF%CE%B9/

Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, συνθήκη ΕΟΚ - πρωτότυπο κείμενο (μη ενοποιημένη έκδοση)

Η συνθήκη ΕΟΚ, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη το 1957, συνενώνει τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τις χώρες της Μπενελούξ σε μια Κοινότητα που έχει ως αποστολή την ολοκλήρωση, μέσω της προώθησης των εμπορικών συναλλαγών, με στόχο την οικονομική ανάπτυξη. Μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η ΕΟΚ μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκφράζοντας τη βούληση των κρατών μελών να επεκτείνουν τις κοινοτικές αρμοδιότητες σε μη οικονομικούς τομείς.

ΓΕΝΕΣΗ

Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), τον Ιούλιο του 1952, αποτελεί το πρώτο σημαντικό επίτευγμα της υπερεθνικής Ευρώπης. Για πρώτη φορά, τα έξι κράτη μέλη αυτού του οργανισμού εκχώρησαν, αν και σε ένα αναμφισβήτητα περιορισμένο τομέα, μέρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους υπέρ της Κοινότητας.

Τα όρια της πρώτης αυτής προσπάθειας ολοκλήρωσης έγιναν γρήγορα αισθητά με την αποτυχία της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ), το 1954.

Ενώ υπήρχε φόβος να μην τελεσφορήσει η προσπάθεια που αναλήφθηκε από την ΕΚΑΧ, η Διάσκεψη της Μεσσήνης, τον Ιούνιο του 1955 επεδίωξε να δώσει νέα ώθηση στην ευρωπαϊκή διαδικασία. Ύστερα από αυτή τη διάσκεψη, ακολούθησε σειρά συνεδριάσεων σε επίπεδο υπουργών ή εμπειρογνωμόνων. Στις αρχές του έτους 1956, συγκροτήθηκε προπαρασκευαστική επιτροπή με αποστολή την κατάρτιση έκθεσης σχετικής με τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής αγοράς. Η επιτροπή αυτή συνεδρίαζε στις Βρυξέλλες υπό την προεδρία του τότε Βέλγου υπουργού Εξωτερικών, P.H. Spaak. Τον Απρίλιο του 1956, η εν λόγω επιτροπή πρότεινε δύο σχέδια τα οποία αντιστοιχούσαν στις δύο επιλογές των κρατών μελών:
τη δημιουργία μιας γενικευμένης κοινής αγοράς·
τη δημιουργία μιας κοινότητας ατομικής ενέργειας.

Τον Μάρτιο του 1957, υπογράφηκαν στη Ρώμη οι γνωστές «συνθήκες της Ρώμης».

Η πρώτη ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η δεύτερη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, περισσότερο γνωστή ως Ευρατόμ.

Δεδομένου ότι δεν σημειώθηκαν προβλήματα κατά τη διαδικασία κύρωσης σε επίπεδο κρατών μελών, οι δύο αυτές συνθήκες άρχισαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1958.

Το παρόν συνοπτικό δελτίο αφορά μόνο τη συνθήκη ΕΟΚ.

ΣΤΟΧΟΙ

Μετά την αποτυχία της ΕΑΚ, ο οικονομικός τομέας, όσον αφορά τον οποίο οι εθνικές επιφυλάξεις ήταν λιγότερο έντονες σε σχέση με άλλους τομείς, αναδεικνύεται σε πεδίο συναίνεσης της υπερεθνικής συνεργασίας. Με την ίδρυση της ΕΟΚ και τη δημιουργία της κοινής αγοράς, επιδιώκονται δύο στόχοι. Ο πρώτος συνίσταται στο μετασχηματισμό των οικονομικών όρων των συναλλαγών και της παραγωγής στο έδαφος της Κοινότητας. Ο δεύτερος, που έχει περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα, αφορά τη συμβολή της ΕΟΚ στη λειτουργική δόμηση της πολιτικής Ευρώπης και αποτελεί ένα καθοριστικό βήμα προς την πληρέστερη ενοποίηση της Ευρώπης.

Στο προοίμιο της συνθήκης, οι υπογράφοντες δηλώνουν:

«- αποφασισμένοι να θέσουν τις βάσεις μια διαρκώς στενότερης ένωσης των ευρωπαϊκών λαών·

- αποφασισμένοι να εξασφαλίσουν, με κοινή δράση, την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των λαών τους καταργώντας τους φραγμούς που διαιρούν την Ευρώπη·

- θέτοντας ως κύριο στόχο των προσπαθειών τους τη σταθερή βελτίωση των όρων διαβίωσης και απασχόλησης των λαών τους·

- αναγνωρίζοντας ότι η εξάλειψη των υφισταμένων εμποδίων απαιτεί συντονισμένη δράση για να εξασφαλιστεί σταθερότητα στην επέκταση της οικονομίας, ισορροπία στις συναλλαγές, καθώς και συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού·

- μεριμνώντας να ενισχύσουν την ενότητα των οικονομιών τους και να προωθήσουν την αρμονική τους ανάπτυξη, μειώνοντας τις υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ των διαφόρων περιοχών και την καθυστέρηση των λιγότερο ευνοημένων·

- επιθυμώντας να συμβάλουν, ασκώντας κοινή εμπορική πολιτική, στην προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές·

- προτιθέμενοι να εδραιώσουν την αλληλεγγύη που συνδέει την Ευρώπη με τις υπερπόντιες χώρες, και επιθυμώντας να εξασφαλίσουν την αύξηση της ευημερίας τους, σύμφωνα με τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών·

- αποφασισμένοι να εδραιώσουν, με τη συνένωση των οικονομικών τους δυνάμεων, τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ελευθερίας και καλώντας τους άλλους λαούς της Ευρώπης που συμμερίζονται τα ιδεώδη τους να συμμετάσχουν στην προσπάθειά τους».

Οι προθέσεις των κρατών μελών που υπέγραψαν τη συνθήκη μετουσιώθηκαν σε πράξη με τη δημιουργία της κοινής αγοράς και της τελωνειακής ένωσης, καθώς και με την ανάπτυξη κοινών πολιτικών.

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

Η συνθήκη ΕΟΚ προβλέπει τη δημιουργία κοινής αγοράς και τελωνειακής ένωσης, καθώς και την εφαρμογή κοινών πολιτικών. Τα άρθρα 2 και 3 της συνθήκης αφορούν τα τρία αυτά θέματα. Ορίζουν ότι πρωταρχική αποστολή της Κοινότητας είναι η δημιουργία κοινής αγοράς και εκθέτουν λεπτομερώς τις δράσεις που πρέπει να αναλάβει η τελευταία για να ανταποκριθεί στην αποστολή της.

Η δημιουργία κοινής αγοράς

Το άρθρο 2 της συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι: «Η Κοινότητα έχει ως αποστολή, με τη δημιουργία κοινής αγοράς και με τη προοδευτική σύγκλιση των πολιτικών των κρατών μελών, να προάγει την αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας, τη σταθερή και διαρκή ανάπτυξη, την αυξημένη σταθερότητα, την ταχεία άνοδο του βιοτικού επιπέδου και τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών της».

Η κοινή αγορά βασίζεται στις γνωστές «τέσσερις ελευθερίες»: ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών, των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων.

Η συνθήκη ΕΟΚ θεσπίζει ενιαίο οικονομικό χώρο, με τον οποίο εισάγεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Θέτει επίσης τις βάσεις της σύγκλισης των συνθηκών που διέπουν την εμπορία των προϊόντων και των υπηρεσιών εκτός αυτών που καλύπτονται ήδη από τις άλλες συνθήκες (ΕΚΑΧ και Ευρατόμ).

Στο άρθρο 8 της συνθήκης ΕΟΚ προβλέπεται ότι η υλοποίηση της κοινής αγοράς θα πραγματοποιηθεί προοδευτικά κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου δώδεκα ετών, η οποία χωρίζεται σε τρία στάδια, διάρκειας τεσσάρων ετών το κάθε ένα. Σε κάθε στάδιο αντιστοιχεί ένα σύνολο μέτρων που πρέπει να ληφθούν και να εκτελεστούν ταυτόχρονα. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στη συνθήκη, η λήξη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί το έσχατο χρονικό όριο για την έναρξη ισχύος του συνόλου των προβλεπομένων κανόνων που συνεπάγεται η θέσπιση της κοινής αγοράς.

Δεδομένου ότι η κοινή αγορά βασίζεται στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, η συνθήκη απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και τις κρατικές ενισχύσεις (εκτός των περιπτώσεων παρέκκλισης που προβλέπονται από τη συνθήκη) που είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.

Τέλος, οι υπερπόντιες χώρες και εδάφη συνδέονται με την κοινή αγορά όπως και με την τελωνειακή ένωση με στόχο την αύξηση των συναλλαγών και την από κοινού προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η θέσπιση τελωνειακής ένωσης

Η συνθήκη ΕΟΚ καταργεί τους τελωνειακούς δασμούς μεταξύ των κρατών, καθώς και τις ποσοστώσεις κατά τις εμπορικές συναλλαγές τους.

Επίσης, θεσπίζει κοινό εξωτερικό δασμολόγιο, ένα είδος εξωτερικών συνόρων έναντι των προϊόντων των τρίτων χωρών, το οποίο αντικαθιστά τους προηγούμενους δασμούς που εφάρμοζαν τα διάφορα κράτη. Η τελωνειακή ένωση συμπληρώνεται με κοινή εμπορική πολιτική. Αυτή η πολιτική, η οποία εφαρμόζεται σε κοινοτικό και όχι πλέον σε εθνικό επίπεδο, διαχωρίζει πλήρως την τελωνειακή ένωση από μια απλή ένωση ελεύθερων συναλλαγών. Τα αποτελέσματα της προοδευτικής κατάργησης των τελωνειακών δασμών και της κατάργησης των ποσοτικών περιορισμών επί των συναλλαγών κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου ήταν ιδιαίτερα θετικά, δεδομένου ότι κατέστησαν δυνατή την ουσιαστική ανάπτυξη του ενδοκοινοτικού εμπορίου, καθώς και των συναλλαγών της ΕΟΚ με τρίτες χώρες.

Η χάραξη κοινών πολιτικών

Ορισμένες πολιτικές προβλέπονται ρητά στη συνθήκη, όπως η κοινή γεωργική πολιτική (άρθρα 38 έως 47), η κοινή εμπορική πολιτική (άρθρα 110 έως 116) και η πολιτική μεταφορών (άρθρα 74 έως 84).

Είναι, επίσης, δυνατή η χάραξη και άλλων πολιτικών, ανάλογα με τις ανάγκες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 235 το οποίο ορίζει ότι: «Αν ενέργεια της Κοινότητας θεωρείται αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της στο πλαίσιο της λειτουργίας της κοινής αγοράς και δεν προβλέπονται από την παρούσα συνθήκη οι προς το σκοπό αυτόν απαιτούμενες εξουσίες, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και ύστερα από διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομοφώνως τις κατάλληλες διατάξεις».

Μετά τη διάσκεψη κορυφής των Παρισίων, τον Οκτώβριο του 1972, η Κοινότητα, ενεργώντας βάσει αυτού του άρθρου, ανέπτυξε δράσεις στους τομείς της πολιτικής περιβάλλοντος, της περιφερειακής πολιτικής, της κοινωνικής πολιτικής και της βιομηχανικής πολιτικής.

Η ανάπτυξη αυτών των πολιτικών συνοδεύτηκε από τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, στόχος του οποίου είναι η βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης των εργαζομένων και η ανύψωση του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς και από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων η οποία έχει ως αποστολή να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της Κοινότητας με τη δημιουργία νέων πόρων.

ΔΟΜΗ

Η συνθήκη ΕΟΚ περιλαμβάνει 240 άρθρα και αποτελείται από το προοίμιο και έξι ξεχωριστά μέρη.
το πρώτο μέρος αφορά τις αρχές οι οποίες διέπουν τη λειτουργία της ΕΟΚ μέσω της κοινής αγοράς, της τελωνειακής ένωσης και των κοινών πολιτικών·
το δεύτερο μέρος αφορά τα θεμέλια της Κοινότητας. Περιλαμβάνει τέσσερις τίτλους που έχουν αντίστοιχα ως αντικείμενο την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, τη γεωργία, την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων και, τέλος, τις μεταφορές·
το τρίτο μέρος αναφέρεται στην πολιτική της Κοινότητας και περιλαμβάνει τέσσερις τίτλους σχετικούς με τους κοινούς κανόνες, την οικονομική πολιτική, την πολιτική ανταγωνισμού, την κοινωνική πολιτική και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων·
το τέταρτο μέρος αφορά τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών·
το πέμπτο μέρος είναι αφιερωμένο στα όργανα της Κοινότητας με έναν τίτλο για τις θεσμικές διατάξεις και έναν άλλο για τις δημοσιονομικές·
το τελευταίο μέρος της συνθήκης αφορά τις γενικές και τελικές διατάξεις.

Η συνθήκη αυτή περιλαμβάνει επίσης τέσσερα παραρτήματα σχετικά με ορισμένες δασμολογικές κλάσεις, γεωργικά προϊόντα, άδηλες συναλλαγές και υπερπόντιες χώρες και εδάφη.

Στην εν λόγω συνθήκη επισυνάπτονται δώδεκα πρωτόκολλα. Το πρώτο αφορά το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και τα υπόλοιπα διάφορα προβλήματα που αφορούν συγκεκριμένες χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες) ή ένα προϊόν, όπως τα ορυκτέλαια, τις μπανάνες και τον ακατέργαστο καφέ.

Τέλος, στην τελική πράξη επισυνάπτονται εννέα δηλώσεις.

ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Η συνθήκη ΕΟΚ θεσπίζει θεσμικά όργανα και μηχανισμούς λήψης αποφάσεων που καθιστούν δυνατή την έκφραση τόσο των εθνικών όσο και των κοινοτικών συμφερόντων. Η θεσμική ισορροπία στηρίζεται σε ένα «τρίγωνο» που αποτελείται από το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα οποία καλούνται να συνεργαστούν. Το Συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες, η Επιτροπή καταρτίζει προτάσεις και το Κοινοβούλιο έχει συμβουλευτικό ρόλο. Επίσης, στη διαδικασία λήψης αποφάσεων συμμετέχει η Ευρωπαϊκή Κοινωνική και Οικονομική Επιτροπή, έχοντας καθαρά συμβουλευτικό ρόλο.

Η Επιτροπή, συλλογικό σώμα ανεξάρτητο από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, οι οποίες την διορίζουν με κοινή συμφωνία, εκπροσωπεί το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον. Η Επιτροπή έχει αποκλειστικό δικαίωμα ανάληψης νομοθετικών πρωτοβουλιών και προτείνει κοινοτικές νομοθετικές πράξεις στο Συμβούλιο Υπουργών. Ως θεματοφύλακας των συνθηκών, φροντίζει για την εφαρμογή των συνθηκών και του παράγωγου δικαίου. Προς το σκοπό αυτό, διαθέτει ευρύ φάσμα μέσων για να ελέγχει τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις. Για την υλοποίηση των κοινών πολιτικών στο πλαίσιο της αποστολής της, η Επιτροπή διαθέτει εκτελεστική εξουσία.

Το Συμβούλιο Υπουργών, το οποίο απαρτίζεται από αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών, διαθέτει ουσιαστικές αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων. Επικουρείται από την Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων (COREPER) η οποία προετοιμάζει το έργο του και εκτελεί τις εντολές που της αναθέτει.

Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση διαθέτει αρχικά γνωμοδοτική μόνο εξουσία και τα μέλη της δεν εκλέγονται ακόμη με άμεση καθολική ψηφοφορία.

Η συνθήκη προβλέπει, επίσης, τη σύσταση του Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με τη σύμβαση περί ορισμένων κοινών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπεγράφη και τέθηκε σε εφαρμογή ταυτόχρονα με τις συνθήκες της Ρώμης, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση και το Δικαστήριο αποτελούν κοινά όργανα στο πλαίσιο των συνθηκών ΕΟΚ και Ευρατόμ.

Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης συγχώνευσης το 1967, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αποτελούν κοινά όργανα και για τις τρεις κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και Ευρατόμ) και επιβάλλεται η αρχή της δημοσιονομικής ενότητας.

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΗΛΘΑΝ ΣΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

Η παρούσα συνθήκη τροποποιήθηκε με τις ακόλουθες συνθήκες:
Συνθήκη των Βρυξελλών, γνωστή ως «συνθήκη συγχώνευσης» (1965)Η συνθήκη αυτή αντικαθιστά τα τρία Συμβούλια Υπουργών (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ και Ευρατόμ), αφενός, και τις δύο Επιτροπές (ΕΟΚ, Ευρατόμ) και την Ανώτατη Αρχή (ΕΚΑΧ), αφετέρου, με ενιαίο Συμβούλιο και ενιαία Επιτροπή. Στη διοικητική αυτή συγχώνευση προστίθεται ένας ενιαίος προϋπολογισμός λειτουργίας.
Συνθήκη που επιφέρει τροποποιήσεις σε ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις (1970)Η συνθήκη αυτή αντικαθιστά το σύστημα χρηματοδότησης των Κοινοτήτων από συνεισφορές των κρατών μελών με ένα σύστημα ιδίων πόρων. Θεσπίζει επίσης έναν ενιαίο προϋπολογισμό για τις Κοινότητες.
Συνθήκη που επιφέρει τροποποιήσεις σε ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις (1975)Η συνθήκη αυτή δίνει το δικαίωμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να απορρίπτει τον προϋπολογισμό και να χορηγεί απαλλαγή στην Επιτροπή για την εκτέλεσή του. Θεσπίζει Ενιαίο Ελεγκτικό συνέδριο για τις τρεις Κοινότητες, οργανισμό λογιστικού ελέγχου και δημοσιονομικής διαχείρισης.
Συνθήκη για τη Γροιλανδία (1984)Η συνθήκη αυτή θέτει τέλος στην εφαρμογή των συνθηκών στα εδάφη της Γροιλανδίας και θεσπίζει ειδικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Γροιλανδίας, με βάση το καθεστώς που εφαρμόζεται στα υπερπόντια εδάφη.
Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986)Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη συνιστά την πρώτη ουσιαστική μεταρρύθμιση των συνθηκών. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη διευρύνει τις περιπτώσεις ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο, ενισχύει τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (διαδικασία συνεργασίας) και διευρύνει τις κοινοτικές αρμοδιότητες. Θέτει, επίσης, το 1992 ως χρονικό όριο για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς.
Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστή ως «Συνθήκη Μάαστριχτ» (1992)Η συνθήκη του Μάαστριχτ συγκεντρώνει στο ίδιο κείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις τρεις Κοινότητες (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) και τις θεσμικές συνεργασίες στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, της πολιτικής άμυνας, της επιβολής του νόμου και της δικαιοσύνης. Μετονομάζει την ΕΟΚ σε ΕΚ. Επίσης, η συνθήκη αυτή θεσπίζει την οικονομική και νομισματική ένωση, καθιερώνει νέες κοινοτικές πολιτικές (εκπαίδευση, πολιτισμός) και διευρύνει τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (διαδικασία της συναπόφασης).
Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997)Η συνθήκη του Άμστερνταμ ενισχύει τις αρμοδιότητες της Ένωσης με τη θέσπιση κοινοτικής πολιτικής απασχόλησης, την κοινοτικοποίηση ορισμένων θεμάτων που υπάγονταν προηγουμένως στη διακυβερνητική συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και τω εσωτερικών υποθέσεων, τη θέσπιση μέτρων που στοχεύουν να φέρουν την Ένωση πιο κοντά στους πολίτες και τη δυνατότητα στενότερης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κρατών μελών (ενισχυμένη συνεργασία). Επίσης, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης, καθώς και της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία και προβλέπει την απλούστευση και μια νέα αρίθμηση των άρθρων των συνθηκών.
Συνθήκης της Νίκαιας (2001)Η συνθήκη της Νίκαιας αφορά ουσιαστικά τα «υπόλοιπα» του Άμστερνταμ, δηλαδή στα θεσμικά προβλήματα που σχετίζονται με τη διεύρυνση τα οποία δεν διευθετήθηκαν το 1997. Πρόκειται για τη σύνθεση της Επιτροπής, για τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο και για την επέκταση των περιπτώσεων λήψης απόφασης με ειδική πλειοψηφία. Η εν λόγω συνθήκη απλοποιεί επίσης τους κανόνες για την εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας και καθιστά αποτελεσματικότερο το δικαιοδοτικό σύστημα.
Συνθήκη της Λισσαβόνας (2007)Η συνθήκη της Λισσαβόνας προβαίνει σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις. Θέτει τέλος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καταργεί την παλαιά αρχιτεκτονική της ΕΕ και προβαίνει σε νέα κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών. Ο τρόπος λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και η διαδικασία λήψης αποφάσεων έχουν επίσης υποστεί τροποποιήσεις. Στόχος είναι να βελτιωθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε μία διευρυμένη Ένωση των 27 κρατών μελών. Επίσης, η συνθήκη της Λισσαβόνας μεταρρυθμίζει πολλές εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές της ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να νομοθετούν και να εγκρίνουν μέτρα σε νέους τομείς πολιτικών.

Η συνθήκη ΕΟΚ τροποποιήθηκε επίσης με τις ακόλουθες συνθήκες προσχώρησης:
Συνθήκη προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, της Δανίας και της Ιρλανδίας (1972), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών από έξι σε εννέα.
Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας (1979).
Συνθήκη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (1985), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από δέκα σε δώδεκα.
Συνθήκη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (1994), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε δεκαπέντε.
Συνθήκη προσχώρησης της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Μάλτας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Σλοβακίας, της Σλοβενίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας (2003).Με τη συνθήκη αυτή τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένσης έγιναν είκοσι πέντε.
Συνθήκη ένταξης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (2005).Με τη συνθήκη αυτή τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνονται είκοσι επτά.

Παραπομπες
http://eur-lex.europa.eu/collection/eu-law/treaties-overview.html?locale=el
http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=URISERV%3Axy0023
See also
Για περισσότερες πληροφορίες:
http://eur-lex.europa.eu/collection/eu-law/treaties-overview.html?locale=el
Πλήρες κείμενο της συνθήκης ΕΟΚ