Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Υπερβολικές χρεώσεις τόκων από τις Τράπεζες

Υπερβολικές χρεώσεις τόκων από τις Τράπεζες
Παράνομα τα επιτόκια όλων των καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών!

Πολύ συχνά γίνεται λόγος για τα υπερβολικά ποσοστά επιτοκίων που επιβάλλουν οι Τράπεζες στους δανειολήπτες και πολλές φορές τίθεται το ερώτημα από συμπολίτες μας, ποιο είναι το επιτρεπόμενο ποσοστό τόκων που δύναται ένα Τραπεζικό Ίδρυμα να επιβάλει σύμφωνα με την Νομοθεσία σε πιστωτικές διευκολύνσεις (όπως π.χ. δάνειο, πιστωτική κάρτα, τρεχούμενο λογαριασμό με όριο υπέρβασης (overdraft), ενοικιαγορά). (Εφεξής όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα αναφέρονται ως Δάνειο και οι λήπτες αυτών ως Δανειολήπτες).

Η ανάγκη των συμπολιτών μας για να πληροφορηθούν σχετικά με το πιο πάνω θέμα, στάθηκε η αφορμή για την συγγραφή αυτού του σύντομου άρθρου.

Το πιο πάνω ζήτημα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μετά την οικονομική και τραπεζική κρίση που χτύπησε την Κύπρο, αναδεικνύεται ως εξαιρετικά σημαντικό για πολλούς Δανειολήπτες αλλά και Εγγυητές τους, αφού πολλοί εξ αυτών, δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια τους, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται με αυξημένα ποσοστά τόκου που κατά συνέπεια αυξάνουν και το οφειλόμενο ποσό του Δανείου τους.

Κατ’ αρχάς, για να διαπιστωθεί το επιτρεπόμενο ποσοστό τόκου, αρχικό σημείο αναφοράς αποτελεί η ίδια η Συμφωνία Δανείου, στην οποία καθορίζεται το ποσοστό τόκου με το οποίο επιβαρύνεται το Δάνειο. Συνήθως στην Συμφωνία Δανείου, καθορίζεται ότι το επιτόκιο αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο που χρεώνει η εκάστοτε Τράπεζα για το συγκεκριμένο δανειακό προϊόν (ή το κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor ή L1BOR) πλέον το Περιθώριο Επιτοκίου που αποτελεί την προσαύξηση από το Βασικό επιτόκιο. Το συνολικό αυτό επιτόκιο αποτελεί το Συμφωνηθέν Επιτόκιο, δηλαδή το ποσοστό τόκου που συμφωνείται από την Τράπεζα και τον Δανειολήπτη.

Παρά το γεγονός, ότι το Συμφωνηθέν Επιτόκιο είναι καθορισμένο στην ίδια την Συμφωνία Δανείου, σε πολλές περιπτώσεις, το επιτόκιο που τελικά επιβαρύνονται οι Δανειολήπτες, είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, ως εξηγείται πιο κάτω.

Σε αρκετές περιπτώσεις, λόγω συγκεκριμένης ρήτρας που περιλαμβάνεται σε Συμφωνίες Δανείου, παρέχεται το δικαίωμα στην Τράπεζα να τροποποιεί μονομερώς το επιτόκιο και μάλιστα χωρίς αιτιολόγηση, με αποτέλεσμα ενώ στην Συμφωνία ορίζεται ως Συμφωνηθέν Επιτόκιο π.χ. 6% ή 7%, τελικά λόγω του δικαιώματος μονομερούς αύξησης του επιτοκίου από την Τράπεζα, το επιτόκιο να αυξάνεται και να φτάνει σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και σε ποσοστά 15%.

Επιπλέον, συνήθως στις Συμφωνίες Δανείου περιέχεται ρήτρα, η οποία παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα να επιβάλλει τον λεγόμενο τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, στις περιπτώσεις που το Δάνειο δεν εξυπηρετείται από τον Δανειολήπτη. Και στις περιπτώσεις αυτές, επιβάλλεται από τις Τράπεζες επιπρόσθετος τόκος, που κατά το πρόσφατο παρελθόν έφτανε σε ποσοστά που κυμαίνονταν ακόμα και μεταξύ 2% - 5%.
Επιπρόσθετα, στις Συμφωνίες Δανείου περιέχεται και ρήτρα ανατοκισμού. Ανατοκισμός είναι η επιβολή τόκου επί των τόκων, δηλαδή, η κεφαλαιοποίηση των οφειλόμενων τόκων του δανειολήπτη, που οδηγεί εμμέσως σε αύξηση του οφειλόμενου ποσού του δανείου.

Άλλη μία συνήθης πρακτική των Τραπεζών που οδηγεί σε έμμεση αύξηση του οφειλόμενου ποσού, είναι ο υπολογισμός του επιτοκίου με συντελεστή ή διαιρέτη 360 ημερών και όχι 365 ημερών ή 366 ημερών (σε δίσεκτο έτος), όσες δηλαδή ημέρες έχει πραγματικά κάθε ημερολογιακό έτος. Αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού, είναι το ποσό του τόκου και κατά συνέπεια του οφειλόμενου ποσού να είναι μεγαλύτερο από το ποσό που θα προέκυπτε αν χρησιμοποιείτο ο συντελεστής του ημερολογιακού έτους.

Λόγω ακριβώς των πιο πάνω υπερβολικών ποσοστών τόκων που επιβάλλουν οι Τράπεζες, σε αρκετές περιπτώσεις, το οφειλόμενο ποσό του Δανείου αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο και σε κάποιες περιπτώσεις, το τελικό οφειλόμενο ποσό ξεπερνά ακόμη και το διπλάσιο ποσό, από το ποσό του δάνειου που είχε αρχικά λάβει ο Δανειολήπτης. Σημειωτέων, ότι η αύξηση του οφειλόμενου ποσού πέραν από το διπλάσιο από το Δάνειο που είχε αρχικά λάβει ο δανειολήπτης, είναι επιτρεπτή μετά το 2001, με την κατάργηση του περί Τόκου Νόμου την ίδια χρονιά, ο οποίος προνοούσε ότι το ανώτατο όριο αύξησης του οφειλόμενου ποσού βάσει του καθυστερούμενου τόκου, ήταν μέχρι τον διπλασιασμό του αρχικού ποσού του Δανείου που είχε λάβει ο Δανειολήπτης.

Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, όπου η Τράπεζα καταχωρούσε Αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου και διεκδικούσε τους πιο πάνω αυξημένους τόκους, επειδή ο Δανειολήπτης και/ή ο Εγγυητής παρέλειπαν δυστυχώς να εμφανιστούν ή να καταχωρίσουν Υπεράσπιση στην Αγωγή, εκδίδονταν τελεσίδικες αποφάσεις Δικαστηρίου εναντίον τους, με τέτοια υπερβολικά ποσοστά τόκων.

Προς ρύθμιση των πιο πάνω υπερβολικών αυξήσεων στο επιτόκιο, ψηφίστηκε τροποποίηση της σχετικής Νομοθεσίας το 2014 ώστε οι πιο πάνω αυξήσεις να περιοριστούν και κάποιες να απαγορευτούν, ως συνοπτικά αναφέρεται πιο κάτω.

Α) Σύμφωνα με τον Νόμο, η οποιαδήποτε ρήτρα περιέχεται σε Συμφωνία Δανείου, που παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα μονομερούς αύξησης του επιτοκίου, θεωρείται ως ανεφάρμοστη ενώ από τούδε και στο εξής απαγορεύεται η συμπερίληψη τέτοιας ρήτρας σε Συμφωνίες Δανείου. Συνεπώς η μονομερής μεταβολή από την Τράπεζα του επιτοκίου πέραν από το Συμφωνηθέν Επιτόκιο ως αναφέρεται στην Συμφωνία Δανείου δεν είναι πλέον επιτρεπτή.

Β) Περαιτέρω, σύμφωνα με την εν λόγω Νομοθεσία, απαγορεύεται η χρέωση επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας πέραν των 2% μονάδων από το Συμφωνηθέν Επιτόκιο σε περιπτώσεις που το Δάνειο δεν εξυπηρετείται. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο Νόμος θέτει ανώτατο ποσοστό τόκου υπερημερίας, και ως εκ τούτου, αν στην Συμφωνία Δανείου έχει συμφωνηθεί μικρότερος τόκος υπερημερίας, όπως π.χ. 1% ή 1,5% τότε, η Τράπεζα δεσμεύεται από την ίδια την Συμφωνία Δανείου και έχει δικαίωμα να επιβάλλει μόνο το συμφωνημένο μικρότερο τόκο υπερημερίας και όχι το ανώτατο ποσοστό τόκου υπερημερίας του 2% που προβλέπει ο Νόμος.

Γ) Επίσης στον Νόμο ρυθμίζεται και το δικαίωμα ανατοκισμού των Τραπεζών. Σύμφωνα με το Νόμο, απαγορεύεται στις Τράπεζες να ανατοκίζουν πέραν από δύο φορές τον χρόνο.

Δ) Επιπρόσθετα, όπως προνοεί η Νομοθεσία, οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις πιο πάνω απαγορεύσεις ή περιορισμούς, δύναται η Κεντρική Τράπεζα να του επιβάλει πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) και σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης, καθώς και οποιαδήποτε άλλα μέτρα ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει προς άρση της παράβασης.

Συνεπώς, θα πρέπει επισημανθεί ότι, εφόσον υποπέσει στην αντίληψη οποιουδήποτε Δανειολήπτη ή Εγγυητή, ότι οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με την Νομοθεσία θα πρέπει άμεσα να προβαίνει σε καταγγελία στην Κεντρική Τράπεζα και να την καλεί να δράσει ως προνοεί η σχετική Νομοθεσία.

Βάσει των ανωτέρω, είναι πολύ σημαντικό, όπως οι Δανειολήπτες αλλά και οι Εγγυητές, να γνωρίζουν επακριβώς τα δικαιώματα τους σε σχέση με την επιβάρυνση των Δανείων τους με αυξημένους τόκους και εφόσον καταχωρείται οποιαδήποτε Αγωγή εναντίον τους, να απαιτούν και να διεκδικούν δικαστικά την αφαίρεση των τόκων αυτών, που θα έχει ως αποτέλεσμα την δραστική μείωση και του οφειλόμενου ποσού, σε σχέση με αυτό που διεκδικεί η Τράπεζα.

Επίσης, οι Δανειολήπτες και οι Εγγυητές τους, οι οποίοι βρίσκονται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων τους, θα πρέπει ομοίως να απαιτούν από τις Τράπεζες όπως συμμορφώνονται με τις πιο πάνω διατάξεις της Νομοθεσίας και να μειώνουν τις απαιτήσεις τους, οι οποίες βασίζονται σε υπερβολικά ποσοστά τόκων που απαγορεύονται ή περιορίζονται από την Νομοθεσία.

Πέραν των πιο πάνω, η Νομοθεσία παρέχει και άλλες δικλίδες ασφαλείας σε δανειολήπτες, σε εγγυητές αλλά και σε ενυπόθηκους οφειλέτες, που ελπίζουμε να έχουμε την ευκαιρία να αναφέρουμε σε επόμενο μας άρθρο.

*Ο Χρίστος Παρασκευάς είναι Δικηγόρος και Νομικός Σύμβουλος στο Δικηγορικό Γραφείο, Χρίστος Παρασκευάς Δ.Ε.Π.Ε.
Tα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι αυτή του Sigmalive.com