Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Πολιτικοί ηγέτες που φάνταζαν τα απόλυτα αουτσάιντερ!

Πολιτικοί ηγέτες που φάνταζαν τα απόλυτα αουτσάιντερ!
Μη εκλόγιμος», δυο λεξούλες που προσυπογράφουν τη θανατική καταδίκη του υποψηφίου, παραμένοντας ο μεγαλύτερος φόβος κάθε πολιτικού άντρα.

Όταν μάλιστα μιλάμε για ύπατα κυβερνητικά αξιώματα, τότε ο χαρακτηρισμός μετατρέπει τον υποψήφιο σε αουτσάιντερ, κάνοντας την προεκλογική του εκστρατεία να φαντάζει συμβολική.


Παρά το πολιτικό έρεβος όμως στο οποίο σπεύδουν να καταδικάσουν τον υποψήφιο οι δημοσκόποι, υπάρχουν φορές που το τοπίο αλλάζει μαγικά και δίνει τελικά τη νίκη εκεί που κανείς δεν πίστευε ότι θα συμβεί.

Η Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα πολιτικών που ήρθαν από τον πάγκο για να κατακτήσουν προεδρίες και πρωθυπουργικούς θώκους σε πείσμα όλων…
Τζίμι Κάρτερ; Ποιος είναι αυτός;



Δεν είναι μόνο οι ακραίες απόψεις ή η έλλειψη λαϊκής απήχησης που θέτουν έναν υποψήφιο σε μη εκλόγιμη θέση, αλλά και το γεγονός ότι το εκλογικό σώμα δεν έχει ακούσει ποτέ γι’ αυτόν! Και στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 1976, αυτός ο υποψήφιος ήταν ο Τζίμι Κάρτερ. Καλλιεργητής φιστικιών και κυβερνήτης μίας θητείας, το όνομα του Κάρτερ έξω από την πολιτεία της Τζόρτζια ήταν κυριολεκτικά άγνωστο. Όταν μάλιστα ανακήρυξε την κούρσα του για το χρίσμα των Δημοκρατικών, πολλά προβεβλημένα στελέχη του κόμματος μειδίασαν δημόσια για την αποκοτιά του.

Αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής παρέθεταν αποσπάσματα δηλώσεων γνωστών Δημοκρατικών που αποκαλούσαν τις πολιτικές του φιλοδοξίες «καθαρό παραλογισμό». Αλλά και οι δημοσκόποι τον τοποθετούσαν στην αρχή της προεκλογικής κούρσας του για το χρίσμα του κόμματος στη 12η θέση των επικρατέστερων(!), πολύ πίσω και από ακόμα πιο άγνωστους συνυποψήφιους. Σε σχετική μέτρηση στο εσωτερικό του κόμματος μάλιστα, μόλις το 30% των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών είχαν ακούσει το όνομά του και η συντριπτική πλειονότητα δεν είχε καν ιδέα για το πρόγραμμα ή τις θέσεις του Κάρτερ.

Όσο για τα ποσοστά νίκης που του έδιναν οι δημοσκόποι από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1975, δεν ξεπερνούσαν το 1%! Κι όμως, ο μελλοντικός πρόεδρος κατάφερε να αντιστρέψει το γεγονός της πολιτικής του αφάνειας υπέρ του, αλλά και να εκμεταλλευτεί ιδανικά την έλλειψη ισχυρού φαβορί για την προεδρία του κόμματος. Αντί να επιδίδεται σε μονομαχίες και πόλεμο λάσπης με τους συνυποψήφιούς του, ο Κάρτερ επικεντρώθηκε σε προεκλογικές ομιλίες με μικρά κοινά στην αρχή, κάνοντας το όνομά του να ακούγεται ολοένα και πιο πολύ.

Η ανάδειξή του τόσο στο τιμόνι των Δημοκρατικών όσο και στην προεδρία των ΗΠΑ παραμένει αρχέτυπο νίκης κόντρα σε όλα. Παρά το γεγονός ότι ο αντίπαλός του των Ρεπουμπλικανών δεν ήταν καθόλου δημοφιλής, καθώς ήταν αυτός που έδωσε χάρη στον διαβόητο Ρίτσαρντ Νίξον, ακόμα κι έτσι ο Κάρτερ έκλεψε τη νίκη στο photo finish!
Τζον Μέιτζορ: Η πολιτική τραγωδία που μετατράπηκε σε θρίαμβο



Ήταν το 1992 όταν ο Τζον Μέιτζορ χάρισε στους Συντηρητικούς της Αγγλίας έναν μεγαλειώδη θρίαμβο. Κάτω από τους χειρισμούς του, το κόμμα του απέσπασε την ευρύτερη νίκη σε ολάκερη την ιστορία του βρετανικού κοινοβουλευτισμού (παρά το γεγονός ότι οι ιδιορρυθμίες του αγγλικού συστήματος του έδωσε πλειοψηφία μόλις 22 εδρών!). Με τέτοιο θρίαμβο στις πλάτες του, θα περίμενε κανείς ότι ο Μέιτζορ ήταν το ξεκάθαρο φαβορί της αναμέτρησης. Δεν ήταν όμως.

Παρά το γεγονός ότι αντικατέστησε τη Μάργκαρετ Θάτσερ στον προεδρικό θώκο χωρίς εκλογές, όταν η «Σιδηρά Κυρία» παραιτήθηκε από τα καθήκοντά της, η πορεία του υπηρεσιακού Μέιτζορ στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα λογίστηκε καταστροφική! Ήταν τόσο «άχρωμος και άοσμος», όπως έλεγε ο Τύπος, που ακόμα και οι γελοιογράφοι τον απεικόνιζαν σατιρικά με γκρι δέρμα και γκρι ρούχα. Ταυτοχρόνως, στα πηγαδάκια όλοι έλεγαν ότι ο άνευρος Τζον δεν ήταν παρά μαριονέτα της Θάτσερ, η οποία και συνέχιζε να κινεί τα νήματα στο παρασκήνιο.

Αν προσθέσουμε την οικονομική ύφεση και μια σειρά ακόμα πιεστικών προβλημάτων που είχε στα χέρια του, η λαοφιλία του ήταν στα Τάρταρα. Όλες οι δημοσκοπήσεις έδιναν τη νίκη στους Εργατικούς, ο ηγέτης των οποίων σχεδόν πανηγύριζε δημόσια μία εβδομάδα πριν τις εκλογές! Αν και ο Τζον δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Όταν οι ψηφοφόροι ξύπνησαν την επομένη των εκλογών για να δουν στην κυβέρνηση τη συντηρητική παράταξη, οι στατιστικολόγοι έβαλαν να εξηγήσουν το αναπάντεχο γεγονός.

Η υπερασπιστική τους γραμμή ήταν ότι εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Μέιτζορ φάνταζε κινούμενη συμφορά, οι ψηφοφόροι δεν ήθελαν να παραδεχθούν στις δημοσκοπήσεις ότι σκόπευαν να τον ψηφίσουν. Όταν όμως βρέθηκαν μόνοι στο παραβάν, παρέδωσαν μια εύκολη νίκη στο μεγάλο αουτσάιντερ…
Ο Γούντροου Γουίλσον κερδίζει από τη διάσπαση των αντιπάλων του (δις)!



Ο 28ος πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν πεπεισμένος ότι ο Θεός τον προόριζε για πρόεδρο της Αμερικής, αν και τίποτα στην πολιτική του καριέρα δεν προμήνυε μια τέτοια κατάληξη. Όπως έχουν ισχυριστεί κατ’ επανάληψη οι δημοσκόποι, ήταν «σωστό θαύμα» που ο Γουίλσον απέσπασε ακόμα και το χρίσμα των Δημοκρατικών, πόσο μάλλον την ίδια την προεδρία!

Το 1912 τόσο οι ψηφοφόροι όσο και η βάση των Δημοκρατικών προτιμούσαν τον κυβερνήτη του Μισούρι, Τσαμπ Κλαρκ, ως υποψήφιό τους. Οι δελφίνοι του κόμματος είχαν τον δικό τους αγαπημένο, τον κυβερνήτη του Οχάιο, και τουλάχιστον δύο ακόμα υποψήφιοι συγκέντρωναν μεγαλύτερα ποσοστά από τον ουραγό της κούρσας Γουίλσον. Ευτυχώς για τον ίδιο, όλοι οι συνυποψήφιοί του σιχαίνονταν ο ένας τον άλλον. Από τις συμμαχίες που ξεπήδησαν αναπάντεχα και τον πόλεμο λάσπης των άλλων, ο ουδέτερος Γούντροου εξασφάλισε τους υποστηρικτές αρκετών συνυποψήφιών του και εκμεταλλευόμενος ιδανικά την πολεμική αύρα του συνεδρίου των Δημοκρατικών, έκλεψε κυριολεκτικά τη νίκη στο εσωτερικό του!

Αν και πάλι, όλοι έλεγαν ότι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν θα πήγαινε παρακάτω: οι πανίσχυροι Ρεπουμπλικάνοι μετρούσαν ήδη τρεις συναπτές θητείες στον Λευκό Οίκο, τον οποίο είχαν κάνει εξάλλου τσιφλίκι τους από το 1869 (με το μικρό διάλειμμα του Γκρόβερ Κλίβελαντ)! Αν και οι συγκυρίες θα ευνοούσαν και πάλι τον Γουίλσον, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι αντιμετώπισαν σε κείνες τις μοιραίες εκλογές ένα απροσδόκητο πρόβλημα: τον Τέντι Ρούσβελτ.

Εξοργισμένος από τις πολιτικές του προέδρου Ταφτ, ο πρώην πρόεδρος Ρούσβελτ αποφάσισε να κατέβει στην εκλογική αναμέτρηση ως ανεξάρτητος τρίτος πόλος, επιφέροντας φυσικά βαθιά διάσπαση στις τάξεις των Ρεπουμπλικάνων: στην αναμέτρηση, ο Ρούσβελτ εξασφάλισε το 27,4%, αφήνοντας τον Ταφτ στο 23%. Παρά το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θα μετρούσαν άλλη μια νίκη αν ήταν ενωμένοι, το ρήγμα στις τάξεις τους άφησε τον Γουίλσον των Δημοκρατικών στην πρώτη θέση…
Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ δεν θα έπρεπε καν να ήταν πρωθυπουργός



Ένας από τους «μεγαλύτερους ηγέτες της Ιστορίας», όπως τον θέλουν οι παραδεδομένοι χαρακτηρισμοί των ιστορικών, έμεινε θρύλος για την περιφρόνηση και την «ανυπακοή» που έδειξε στον Χίτλερ, αν και λίγο έλειψε να χάσει την ευκαιρία του να ανέλθει στο τιμόνι της Αγγλίας. Το 1940 μάλιστα το ίδιο του το κόμμα θεωρούσε πως ο Τσόρτσιλ θα μετατρεπόταν σε «ολέθριο πρωθυπουργό»!

Παρά το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1920 είχε μεταμορφωθεί σε δημοφιλέστατη περσόνα, μέχρι την επόμενη δεκαετία το πολιτικό του άστρο φαινόταν να έχει δύσει. Η σφοδρή άρνησή του στο ενδεχόμενο της ινδικής ανεξαρτησίας (ακόμα και τη δημόσια εκτέλεση του Γκάντι είχε ζητήσει!), η βαναυσότητα με την οποία αντιμετώπιζε το ιρλανδικό θέμα και το ευέξαπτο και παρορμητικό του χαρακτήρα του τον είχαν απομακρύνει από τις καρδιές του εκλογικού σώματος.

Όταν μάλιστα ο ηγέτης του κόμματος Νέβιλ Τσάμπερλεϊν παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία της Βρετανίας, όλοι περίμεναν ότι ο Λόρδος Χάλιφαξ θα τον διαδεχόταν στο τιμόνι της χώρας. Η ιστορία της Ευρώπης θα ήταν εντελώς διαφορετική, καθώς την άνοιξη του 1940 ο Χάλιφαξ σκεφτόταν σοβαρά να υπογράψει σύμφωνο με τον Χίτλερ, επεκτείνοντας την Πολιτική Κατευνασμού του Τσάμπερλεϊν! Και ήταν ακριβώς ο Τσόρτσιλ, χρισμένος από τον βασιλιά πρωθυπουργός για τρεις βδομάδες (πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής του Πολέμου), που απέρριψε οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ναζί, δίνοντας μάλιστα στην απόφασή του τελεσίδικο πολιτειακά χαρακτήρα.

Ο Χάλιφαξ αποτραβήχτηκε από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, θεωρώντας πως θα μπορούσε να ελέγξει παρασκηνιακά τον Τσόρτσιλ, μετατρέποντάς τον σε μαριονέτα. Ο Ουίνστον έδειξε όμως ότι δεν ήταν του χεριού του και με το πούρο του στο στόμα εξασφάλισε τη ζηλευτή του θέση στη σύγχρονη ιστορία…
Ο Αβραάμ Λίνκολν ήταν το απόλυτο μαύρο πρόβατο της πολιτικής



Αν θα μπορούσε να καπελώσει κάποιος τον Τσόρτσιλ στην κατηγορία «κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες», τότε αυτός θα ήταν μόνο ο αμερικανός πρόεδρος Λίνκολν. Μπορεί βέβαια σήμερα να έχει αποκτήσει μυθικό καθεστώς, πίσω στο 1860 όμως τα πράγματα ήταν σαφώς πολύ διαφορετικά. Κι αυτό γιατί ο μελλοντικός 16ος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν ήταν παρά «ένα τίποτα από την επαρχία», όπως διακήρυσσε φλογερά ο αντιπολιτευόμενος Τύπος, που δεν θα αποσπούσε καν το χρίσμα του κόμματός του!

Και πιθανότατα δεν θα κέρδιζε την εσωκομματική κούρσα αν οι Ρεπουμπλικάνοι δεν επέλεγαν το Σικάγο ως τόπο διεξαγωγής του συνεδρίου τους, την ίδια τη γενέτειρα του επαρχιώτη Λίνκολν δηλαδή. Γέννημα-θρέμμα του Ιλινόις, ο Λίνκολν έπαιζε λοιπόν εντός έδρας, έχοντας όλο τον τοπικό κομματικό μηχανισμό να δουλεύει υπέρ του. Και δούλεψε πολύ είναι η αλήθεια, τόσο με θεμιτά όσο και αθέμιτα μέσα, αν και πάλι υπολειπόταν του βασικού διεκδικητή του χρίσματος, ο οποίος και κέρδισε εύκολα τις δύο πρώτες ψηφοφορίες.

Κατόπιν μπήκαν στο παιχνίδι όσοι ήξερε και δεν ήξερε ο Λίνκολν, καθώς το εκλογικό του επιτελείο έταζε τώρα γη και ύδωρ σε όποιον προσχωρούσε ή συμμαχούσε μαζί του. Ακόμα και δωροδοκίες έκαναν οι αξιωματούχοι του Λίνκολν σε αντίπαλα στελέχη, εξασφαλίζοντας ακόμα και τους νευραλγικούς συνέδρους του Οχάιο, που έδωσαν τελικά τη στενή νίκη στον Λίνκολν. Αν δεν έπαιζε εντός έδρας στο μοιραίο εκείνο συνέδριο, κανείς δεν θα θυμόταν πια τον υποψήφιο για το χρίσμα των Δημοκρατικών Αβραάμ Λίνκολν…