Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Ομιλία του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου

Ομιλία του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου

Ευχαριστώ πολύ κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές είναι τιμή για εμένα να μιλώ στο ναό  της δημοκρατίας της Ευρώπης. Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. Είναι τιμή μου να απευθυνθώ στους αιρετούς  εκπροσώπους των λαών της Ευρώπης, σε μια κρίσιμη στιγμή τόσο για την πατρίδα μου, για την Ελλάδα, όσο όμως και για την Ευρωζώνη και για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά.
Βρίσκομαι ανάμεσά σας, λίγες μόνο μέρες μετά την ισχυρή ετυμηγορία του ελληνικού λαού, μετά την απόφαση που πήραμε να δώσουμε το λόγο, άμεσα να αποφασίσει, στον ελληνικό λαό και να τοποθετηθεί, να πάρει μέρος ενεργά, στη διαπραγμάτευση που αφορά το μέλλον του.  Λίγες μόνο μέρες μετά την ισχυρή του ετυμηγορία που μας έδωσε εντολή να ενισχύσουμε τις προσπάθειές μας για την επίτευξη μιας κοινωνικά δίκαιης και οικονομικά βιώσιμης λύσης στο ελληνικό πρόβλημα, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος που καταδίκασαν την ελληνική οικονομία, χωρίς την αέναη και αδιέξοδη λιτότητα που εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν υφεσιακό φαύλο κύκλο, αλλά και την κοινωνία σε μια διαρκή και βαθιά κατάθλιψη. Η γενναία επιλογή του ελληνικού λαού, σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης, με τις τράπεζες κλειστές, με την πλειοψηφία των Μέσων Ενημέρωσης να τρομοκρατεί ότι η επιλογή στο ΟΧΙ είναι μια επιλογή ρήξης με την Ευρώπη.
Είναι χαρά μου που βρίσκομαι στο ναό της δημοκρατίας, γιατί πιστεύω ότι εδώ ακούμε επιχειρήματα και κρίνουμε επιχειρήματα. Άκουσον, λοιπόν, μεν, πάταξον δε.
Έλεγα, λοιπόν, ότι η γενναία επιλογή του ελληνικού λαού δεν αποτελεί επιλογή ρήξης με την Ευρώπη, αλλά επιλογή επιστροφής στις ιδρυτικές αρχές της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, στις αρχές της Δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, του αλληλοσεβασμού και της ισότητας.
Είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι η Ευρώπη, το κοινό μας Ευρωπαϊκό  οικοδόμημα, η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή θα είναι δημοκρατική ή θα έχει τεράστιες δυσκολίες να επιβιώσει στις δύσκολες συνθήκες που διανύουμε.
Η προς ολοκλήρωση διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους εταίρους της, επιδιώκει να επαναβεβαιώσει τον διπλό σεβασμό της Ευρώπης, τόσο στους κοινούς κανόνες λειτουργίας της, όσο όμως και στον απόλυτο σεβασμό της δημοκρατικής επιλογής των λαών μας.
Εγώ προσωπικά και η κυβέρνησή μου αναλάβαμε πριν από πέντε περίπου μήνες. Όμως τα προγράμματα διάσωσης βρίσκονται σε ισχύ εδώ και πέντε περίπου χρόνια. Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη για όσα συνέβησαν αυτούς τους πέντε περίπου μήνες. Οφείλουμε όμως όλοι με ειλικρίνεια να συνειδητοποιήσουμε ότι η βασική ευθύνη για τα αδιέξοδα στα οποία βρίσκεται σήμερα η ελληνική οικονομία, για τα αδιέξοδα που βρίσκεται σήμερα εν συνόλω η Ευρώπη, με τις επιλογές που έγιναν, δεν αφορούν τους πέντε τελευταίους μήνες, αλλά τα πέντε χρόνια της εφαρμογής προγραμμάτων που δεν οδήγησαν στην έξοδο από την κρίση. Θέλω να σας διαβεβαιώσω, ανεξάρτητα από την κρίση του καθενός για το ορθόν ή το λάθος των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, ένα είναι γεγονός: Η Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια και ο ελληνικός λαός, έκανε μια πρωτοφανή προσπάθεια προσαρμογής.  Δύσκολης, σκληρής.  Αυτή η προσπάθεια έχει εξαντλήσει τις αντοχές του ελληνικού λαού.
Βεβαίως, παρόμοια προσπάθεια δεν έγινε μόνο στην Ελλάδα. Και σε άλλες χώρες – και σε σέβομαι απολύτως την προσπάθεια άλλων λαών να ανταπεξέλθουν και κυβερνήσεων να αποφασίσουν σκληρά και δύσκολα μέτρα – σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόστηκαν προγράμματα λιτότητας. Όμως πουθενά αυτά τα προγράμματα δεν ήταν τόσο σκληρά και τόσο μεγάλης διάρκειας, όσο ήταν στην Ελλάδα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι η πατρίδα μου έχει μετατραπεί τα τελευταία πέντε χρόνια σε ένα πειραματικό εργαστήρι λιτότητας. Το πείραμα όμως πρέπει όλοι να παραδεχθούμε ότι δεν πέτυχε.
Τα πέντε αυτά χρόνια, η ανεργία εκτοξεύτηκε στα ύψη, η φτώχεια εκτοξεύτηκε στα ύψη, η κοινωνική περιθωριοποίηση διευρύνθηκε, το ίδιο διευρύνθηκε και το δημόσιο χρέος, που πριν ξεκινήσουν τα προγράμματα ήταν στο 120% του ΑΕΠ και σήμερα βρίσκεται στο 180% του ΑΕΠ. Και σήμερα η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ανεξάρτητα από τις εκτιμήσεις μας, αυτή είναι η πραγματικότητα και πρέπει να τη δεχτούμε, αισθάνεται ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να διεκδικήσει να απελευθερωθεί από αυτή την αδιέξοδη πορεία. Και αυτή την επιθυμία, εκπεφρασμένη με τον πιο άμεσο και δημοκρατικό τρόπο, καλούμαστε ως κυβέρνηση να υλοποιήσουμε.
Διεκδικούμε μια συμφωνία με τους εταίρους μας. Μια συμφωνία, όμως, που θα δίνει σήμα οριστικής διεξόδου από την κρίση. Που θα δίνει την εντύπωση ότι στο τέλος του τούνελ υπάρχει φως. Μια συμφωνία που θα προβλέπει αξιόπιστες και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, κανείς δεν τις αρνείται, που θα μεταφέρουν όμως τα βάρη σε όσους πραγματικά έχουν τη δυνατότητα να τα σηκώσουν – και τα τελευταία πέντε χρόνια προστατεύτηκαν από κυβερνήσεις και δεν σήκωσαν τα βάρη – που μεταφέρθηκαν εξ ολοκλήρου στους ώμους των μισθωτών, των εργαζόμενων, των συνταξιούχων, αυτών που δεν μπορούν άλλο πια να σηκώσουν βάρη. Και, βεβαίως, με πολιτικές αναδιανομής προς όφελος των χαμηλών και των μεσαίων στρωμάτων, για μια προοπτική ισόρροπης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Η πρόταση που καταθέτουμε στους εταίρους μας, είναι πρόταση που περιλαμβάνει:
– αξιόπιστες μεταρρυθμίσεις, με κριτήριο, όπως είπα πριν, τη δίκαιη κατανομή των βαρών και με το κατά δυνατόν λιγότερες υφεσιακές επιπτώσεις,
– περιλαμβάνει το αίτημα για την επαρκή κάλυψη των μεσοπρόθεσμων χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας, με ένα ισχυρό και εμπροσθοβαρές αναπτυξιακό πρόγραμμα, διότι αν δε βάλουμε πάνω στο τραπέζι την ατζέντα της ανάπτυξης δεν πρόκειται ποτέ να βγούμε από την κρίση. Και ο πρώτος μας στόχος πρέπει να είναι η καταπολέμηση της ανεργίας και η ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας,
-και βεβαίως η πρότασή μας περιλαμβάνει και το αίτημα για μια άμεση δέσμευση ώστε να αρχίσει ένας ουσιαστικός διάλογος, μια ουσιαστική συζήτηση για την αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.
Δεν μπορεί να υπάρχουν μεταξύ μας ταμπού. Πρέπει να βλέπουμε την πραγματικότητα και να ψάχνουμε να βρούμε λύσεις σε αυτή την πραγματικότητα, όσο δύσκολες και αν είναι αυτές οι λύσεις.
Η πρόταση κατατέθηκε με αυτά τα χαρακτηριστικά στο Eurogroup, στη Διάσκεψη Κορυφής που είχαμε χθες. Σήμερα, στέλνουμε αίτημα προς τον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης. Αναλάβαμε την υποχρέωση τις επόμενες δυο μέρες να κάνουμε τις προτάσεις μας απόλυτα συγκεκριμένες και ελπίζω ότι θα καταφέρουμε τις επόμενες ημέρες να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της κρίσιμης συγκυρίας, τόσο για το καλό της Ελλάδας, όσο όμως και της Ευρωζώνης. Θα έλεγα, κυρίως, όχι μόνο για το οικονομικό αλλά και για το γεωπολιτικό συμφέρον της Ευρώπης.
Θέλω στο σημείο αυτό να είμαι ξεκάθαρος: Οι προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεών της και για την αναδιάρθρωση του χρέους της, δεν έχουν στόχο να επιβαρύνουν επιπλέον τον Ευρωπαίο φορολογούμενο. Τα χρήματα που δόθηκαν στην Ελλάδα, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν κατέληξαν ποτέ στον ελληνικό λαό. Ήταν χρήματα που δόθηκαν για να σωθούν οι ελληνικές και οι ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά δεν πήγαν ποτέ στον ελληνικό λαό.
Και επιπλέον, από τον Αύγουστο του 2014 έχει η Ελλάδα να λάβει εκταμίευση δόσης, σύμφωνα με το πρόγραμμα διάσωσης που ίσχυε μέχρι το τέλος Ιούνη, δόσεις ύψους 7,2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δεν έχουν δοθεί από τον Αύγουστο του 2014 και δεν ήταν η δική μας κυβέρνηση αυτή που ήταν στην εξουσία από τον Αύγουστο του 2014 έως τον Γενάρη του 2015. Και τότε δεν δόθηκαν οι δόσεις, διότι το πρόγραμμα δεν υλοποιείτο. Και το πρόγραμμα δεν υλοποιείτο και τότε, όχι γιατί υπήρχε τότε συγκεκριμένη ιδεολογική αναφορά που υπάρχει σήμερα, αλλά ακριβώς γιατί το πρόγραμμα αυτό και τότε, αλλά και τώρα, δεν βρίσκει κοινωνική συναίνεση. Ένα πρόγραμμα δεν αρκεί μόνο να είναι ορθό κατά την εκτίμησή μας, πρέπει να μπορεί και να εφαρμοστεί, να βρίσκει την κοινωνική συναίνεση για να εφαρμοστεί.
Κύριοι και κυρίες βουλευτές, το ίδιο χρονικό διάστημα η Ελλάδα διαπραγματεύτηκε διεκδικώντας αυτά τα 7,2 δισεκατομμύρια σε εκταμιεύσεις, έχοντας, όμως, την υποχρέωση να αποπληρώνει, στους ίδιους θεσμούς από τους οποίους διεκδικούσε εκταμιεύσεις, δόσεις – στο διάστημα αυτό –  ύψους 17,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα χρήματα αυτά κατεβλήθησαν από το υστέρημα του ελληνικού λαού.
Κυρίες  και κύριοι βουλευτές, παρ’ όλα όσα σας ανέφερα, δεν είμαι από τους πολιτικούς που ισχυρίζονται ότι για όλα τα δεινά της πατρίδας μου ευθύνονται οι κακοί ξένοι. Η Ελλάδα έφτασε στα όρια της χρεοκοπίας επειδή για πάρα πολλά χρόνια οι κυβερνήσεις της Ελλάδας δημιούργησαν ένα κράτος πελατειακό, ενίσχυσαν τη διαφθορά, ανέχθηκαν ή και ενίσχυσαν τη διαπλοκή της πολιτικής με την οικονομική εξουσία, άφησαν ανεξέλεγκτη τη φοροδιαφυγή του μεγάλου πλούτου. Σύμφωνα με έρευνα της Credit Suisse, το 10% των Ελλήνων διαχειρίζεται το 56% του εθνικού πλούτου. Κι αυτό το 10% των Ελλήνων στην περίοδο της σκληρής λιτότητας και της κρίσης βρέθηκε στο απυρόβλητο, δεν συνέβαλε στα βάρη όσο συνέβαλε το υπόλοιπο 90%. Αυτές τις μεγάλες αδικίες, τα προγράμματα διάσωσης και τα μνημόνια, όχι μόνο δεν προσπάθησαν να αποκαταστήσουν, αλλά, δυστυχώς, επέτειναν. Καμιά από τις υποτιθέμενες μεταρρυθμίσεις των προγραμμάτων του μνημονίου δεν βελτίωσε, δυστυχώς, τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό που κατέρρευσε παρά τον υπερβάλλοντα ζήλο κάποιων φωτισμένων, αλλά και δικαίως φοβισμένων, κρατικών υπαλλήλων. Καμιά υποτιθέμενη μεταρρύθμιση δεν τα έβαλε με το περιβόητο τρίγωνο της διαπλοκής που στήθηκε στη χώρα μας. Χρόνια τώρα και πριν από την κρίση. Ανάμεσα στο πολιτικό κατεστημένο, στους ολιγάρχες και τις τράπεζες. Καμιά μεταρρύθμιση δεν βελτίωσε τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής, που έχει μάθει να λειτουργεί ώστε να εξυπηρετούνται ιδιοτελή συμφέροντα και όχι το κοινό καλό. Και, δυστυχώς, αυτές οι προτάσεις τώρα βρίσκονται στο επίκεντρο. Οι δικές μας προτάσεις επικεντρώνονται σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις, που έχουν στόχο να αλλάξουν την Ελλάδα. Είναι μεταρρυθμίσεις που οι προηγούμενες κυβερνήσεις, το παλιό πολιτικό σύστημα, αλλά και τα προγράμματα διάσωσης, δεν ήθελαν να συμβούν στην Ελλάδα. Αυτή είναι η πραγματική αλήθεια. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ολιγοπωλειακής δομής και των πρακτικών των καρτέλ στις επιμέρους αγορές – περιλαμβανομένης και της άναρχης και ασύδοτης τηλεοπτικής αγοράς – η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών στα δημόσια έσοδα και την αγορά εργασίας με στόχο την πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, ο εκσυγχρονισμός της Δημόσιας Διοίκησης συγκροτούν τις μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες της δικής μας κυβέρνησης και βεβαίως αναμένουμε και την συμφωνία των εταίρων μας σε αυτές τις προτεραιότητες.
Σήμερα, εμείς ερχόμαστε με την ισχυρή εντολή του ελληνικού λαού και με την αποφασιστική μας βούληση, όχι να συγκομιστούμε με την Ευρώπη, αλλά να  συγκρουστούμε με τα κατεστημένα στη χώρα μας και με τις κατεστημένες λογικές και νοοτροπίες που βύθισαν την Ελλάδα  και βυθίζουν μαζί  και την Ευρωζώνη.
Κυρίες και Κύριοι βουλευτές,
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Αυτό που ονομάζουμε ελληνική κρίση δεν είναι παρά η συνολική αδυναμία της Ευρωζώνης να βρει μια οριστική λύση, σε μια αυτοτροφοδοτούμενη κρίση χρέους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ευρωπαϊκό και όχι αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα. Και σε ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα απαιτείτε ευρωπαϊκή λύση.
Η Ευρωπαϊκή ιστορία, είναι μια ιστορία συγκρούσεων αλλά στο τέλος της ημέρας συμβιβασμών. Αλλά είναι και μία ιστορία συγκλίσεων και διευρύνσεων. Μια ιστορία ενότητας και όχι διαίρεσης. Για αυτό άλλωστε μιλάμε για την ενωμένη Ευρώπη, ας  μην την αφήσουμε να γίνει διαιρεμένη Ευρώπη. Τούτη την ώρα καλούμαστε να βρούμε ένα γόνιμο και έντιμο συμβιβασμό προκειμένου να αποφύγουμε μια ιστορική ρήξη που θα ανατρέψει την παράδοση της ενωμένης Ευρώπης.
Είμαι βέβαιος ότι όλοι αντιλαμβανόμαστε την κρισιμότητα της στιγμής και θα ανταποκριθούμε, θα αναλάβουμε την ιστορική μας ευθύνη.
Σας ευχαριστώ.
Δευτερολογία του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου
Νομίζω ότι αυτή η συνεδρίαση έπρεπε να είχε γίνει πριν από καιρό. Διότι η συζήτηση που κάνουμε σήμερα εδώ δεν αφορά μόνο το μέλλον της Ελλάδας, αφορά το μέλλον της Ευρωζώνης. Και πράγματι, δεν μπορεί να διεξάγεται αυτή η συζήτηση σε αίθουσες με κλειστές πόρτες. Και δεν είναι δικιά μας αυτή η ευθύνη.
Επί πέντε μήνες η διαπραγμάτευση διεξήχθη σε αίθουσες με κλειστές πόρτες. Όμως είναι ένα εξόχως πολιτικό ζήτημα το πώς θα προχωρήσει και πού θα καταλήξει και πώς θα καταλήξει. Και το συνειδητοποιήσαμε σήμερα από την πολύ γόνιμη συζήτηση εδώ. Και από τις αντιπαραθέσεις, οι οποίες δεν είχαν ένα χαρακτήρα αντιπαράθεσης κρατών εναντίον κρατών μες στην Ευρωζώνη, αλλά είχαν βαθύ πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο. Και σέβομαι, πραγματικά, όλες τις απόψεις που ακούστηκαν, ακόμη και αυτές που είχαν μια ιδιαίτερα πολεμική ρητορική.
Θέλω, επίσης, να πω ότι συμφωνώ απόλυτα με την άποψη που ακούστηκε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να παίξει πιο ενεργό ρόλο. Διερωτώμαι, πώς είναι δυνατόν να έχουμε εξουσιοδοτήσει τρεις θεσμούς, την Τρόικα και βεβαίως ευλόγως την Κομισιόν, ευλόγως την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, διότι πληρώνει, αλλά πώς είναι δυνατόν να έχουμε εξουσιοδοτήσει εντός της Τρόικα  υπεύθυνοι να λαμβάνουν αποφάσεις να είναι το ΔΝΤ και να μην είναι ο κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκός θεσμός της δημοκρατίας, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Και θα ήθελα να πω με απόλυτη ειλικρίνεια: Εάν σε αυτή την ευρωπαϊκή υπόθεση η συζήτηση και η διαπραγμάτευση διεξάγονταν αποκλειστικά ανάμεσα στην ελληνική πλευρά και την Κομισιόν, θα είχε βρεθεί λύση και συμφωνία εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Δυστυχώς ή ευτυχώς είχαμε να διεξάγουμε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης –παρακαλώ ακούστε επιχειρήματα και έχετε το λόγο να τα αντικρούσετε – είχαμε την υποχρέωση να συζητάμε από την μια πλευρά η ελληνική κυβέρνηση και από την άλλη πλευρά, τρεις διαφορετικοί θεσμοί με πολλές φορές με διαφορετικές και αντικρουόμενες θέσεις και προτάσεις. Και αυτή είναι η πραγματικότητα.
Θέλω να έρθω στην ουσία και να απαντήσω σε ορισμένα ζητήματα που τέθηκαν στη συζήτησή μας. Πρώτο ζήτημα: Εάν η ελληνική πλευρά έχει καταθέσει προτάσεις, αξιόπιστες ή μη θα τις κρίνετε εσείς. Η ελληνική πλευρά έχει καταθέσει προτάσεις. Κατέθεσε ένα κείμενο 47 σελίδων που ήταν το αποτέλεσμα κατά τη δική μας εκτίμηση – όχι δικές μας θέσεις – το αποτέλεσμα μιας δύσκολης και επίπονης διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Δυστυχώς, η εικόνα που έχει δημιουργηθεί είναι ότι δεν έχει καταθέσει προτάσεις.
Την προηγούμενη Δευτέρα επανήλθε η ελληνική πλευρά με ένα νέο κείμενο αξιόπιστων προτάσεων, το οποίο έγινε δεκτό ως βάση συζήτησης και από τους τρεις θεσμούς. Την προηγούμενη Δευτέρα. Σε αυτές τις προτάσεις, προφανώς και έχουμε αναλάβει την ισχυρή μας δέσμευση να πιάσουμε τους δημοσιονομικούς στόχους που απαιτούνται με βάση τους κανόνες, γιατί αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε ότι η Ευρωζώνη έχει κανόνες. Όμως, διατηρούμε το δικαίωμα της επιλογής, να επιλέξουμε εμείς ως κυρίαρχη κυβέρνηση, πού θα εντοπίσουμε, πού θα προσθέσουμε τα φορολογικά βάρη, προκειμένου να πιάσουμε τους απαιτούμενους δημοσιονομικούς στόχους.
Και πιστεύω πραγματικά ότι είναι κυρίαρχο δικαίωμα μιας κυβέρνησης να επιλέγει να αυξήσει τη φορολογία των κερδοφόρων επιχειρήσεων και να μην κόψει το επίδομα των χαμηλότερων συντάξεων, το ΕΚΑΣ, προκειμένου να πιάσει τους δημοσιονομικούς στόχους. Αν δεν είναι δικαίωμα μιας κυρίαρχης κυβέρνησης να επιλέξει με ποιον τρόπο θα βρει ισοδύναμα μέτρα για να καλύψει τους απαιτούμενους στόχους, τότε θα πρέπει να υιοθετήσουμε μια αντίληψη ακραία και αντιδημοκρατική, ότι στις χώρες που βρίσκονται σε πρόγραμμα δεν θα πρέπει να γίνονται εκλογές, θα πρέπει να διορίζονται κυβερνήσεις, να διορίζονται τεχνοκράτες και αυτοί να αναλαμβάνουν την ευθύνη των αποφάσεων.
Και θέλω να ενημερώσω το Σώμα ότι πράγματι έχετε δίκιο, στην Ελλάδα υπάρχουν από το παρελθόν στρεβλώσεις που πρέπει να καταργηθούν, όπως η στρέβλωση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων. Και εμείς ήμασταν πρώτοι που πήραμε την πρωτοβουλία να πούμε ότι εμείς θέλουμε, χωρίς να μας το πει κάποιος, να καταργήσουμε τις πρόωρες συντάξεις σε μια χώρα που βρίσκεται σε μια τόσο δεινή οικονομική θέση.
Οι μεταρρυθμίσεις, λοιπόν, είναι αναγκαίες και οι δεσμεύσεις μας για την αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή, προκειμένου να έχουμε πλεονάσματα και όχι ελλείμματα, οι δεσμεύσεις αυτές είναι δεδομένες. Διατηρούμε, όμως, το δικαίωμα της επιλογής της αναδιανομής των βαρών, κάτι το οποίο πιστεύω θα μπορούσε και θα πρέπει και είμαι βέβαιος ότι θα βρίσκει σύμφωνους τους περισσότερους από εσάς.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, ακούστηκε το ερώτημα: «Έχετε ένα κρυφό σχέδιο να βγάλετε την Ελλάδα από την Ευρωζώνη;». Θέλω να σας απαντήσω με ειλικρίνεια: Όλη την προηγούμενη εβδομάδα η συντριπτική πλειοψηφία των δηλώσεων ευρωπαίων πολιτικών και αξιωματούχων ήταν ότι το «όχι» στο δημοψήφισμα σημαίνει αυτόματα έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ. Αυτό το γνώριζαν οι πολίτες όταν κλήθηκαν να ψηφίσουν, όταν πήγαν στην κάλπη. Και έφεραν, παρόλα αυτά, ένα αποτέλεσμα που κάποιους εξέπληξε. Εάν είχα στόχο να βγάλω την Ελλάδα από τον ευρώ, δεν θα πήγαινα αμέσως μετά το κλείσιμο της κάλπης να κάνω τις δηλώσεις που έκανα και να ερμηνεύσω το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, όχι ως εντολή ρήξης με την Ευρώπη, αλλά ως εντολή ενίσχυσης της διαπραγματευτικής προσπάθειας για να φθάσουμε σε μια καλύτερη συμφωνία. Σε μια πιο αξιόπιστη συμφωνία. Σε μια συμφωνία οικονομικά βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη. Αυτός είναι ο στόχος. Δεν έχω κανένα άλλο κρυφό σχέδιο. Και μιλάω με ανοιχτά χαρτιά.
Θα ήθελα, τέλος, να σας πω: Άκουσα από πολλούς και κυρίως από αυτούς που άσκησαν την εντονότερη ρητορική, πολεμική ρητορική, να μιλούν για την αδυναμία μας να ανταποκριθούμε στην αλληλεγγύη των ευρωπαίων εταίρων. Και θα ήθελα να πω ότι βεβαίως ο δανεισμός είναι μια μορφή αλληλεγγύης. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Εμείς, όμως, θέλουμε ένα βιώσιμο πρόγραμμα, ακριβώς για να είμαστε σε θέση να επιστρέψουμε τα δανεικά που πήραμε. Και όταν ζητάμε απομείωση του χρέους, τη ζητάμε αυτή την απομείωση ακριβώς για να είμαστε σε θέση να επιστρέψουμε αυτά τα δανεικά και να μην είμαστε υποχρεωμένοι διαρκώς σε νέα δάνεια για να ξεπληρώνουμε τα παλιότερα.
Και θέλω να σας θυμίσω κ. Βέμπερ, ότι ισχυρότερη στιγμή αλληλεγγύης της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας ήταν το 1953, όταν η χώρας σας έβγαινε καταχρεωμένη και λεηλατημένη από δύο παγκόσμιους πολέμους και η Ευρώπη και οι ευρωπαϊκοί λαοί έδειξαν τη μέγιστη αλληλεγγύη στη Σύνοδο του Λονδίνου το 1953. όταν αποφάσισαν τη διαγραφή του 60% του χρέους της Γερμανίας, καθώς και ρήτρα ανάπτυξης. Αυτή ήταν η σημαντικότερη στιγμή αλληλεγγύης της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
Άκουσα από τον φίλο μου τον Γκι  Φερχόφστατ – ήμασταν συνυποψήφιοι πέρυσι για την Προεδρία της Κομισιόν και γνωριζόμαστε καλά και έχουμε καλές σχέσεις – να διερωτάται «πώς θα γίνει να αντιμετωπίσετε, με ποιες μεταρρυθμίσεις, δεν προτείνατε μεταρρυθμίσεις, τι έχετε κάνει». Θέλω να απαντήσω: Πράγματι αυτούς τους πέντε μήνες περισσότερο διαπραγματευόμαστε παρά κυβερνάμε. Σε συνθήκες χρηματοπιστωτικής ασφυξίας η μέριμνά μας, η έγνοια μας, η σκέψη μας είναι περισσότερο πώς θα καταφέρουμε να κρατήσουμε ζωντανή την ελληνική οικονομία. Παρόλα αυτά, κάναμε πράγματα, αγαπητέ μου φίλε Γκι.
Ήμασταν εμείς που μετά από τρία χρόνια ανοίξαμε την περιβόητη λίστα Λαγκάρντ, τη λίστα που κάποιοι υπουργοί των προηγούμενων κυβερνήσεων την έβαλαν στο συρτάρι τους.
Και ήμασταν εμείς αυτοί που προσπαθήσαμε και φέραμε στο σκαμνί της δικαιοσύνης πολλούς από τους οποίους είχαν φοροδιαφύγει. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν το έκαναν.
Ήμασταν εμείς αυτοί που προχωρήσαμε σε συμφωνία με την Ελβετία, προκειμένου να πληρώσουν οι Έλληνες φόρους που έβγαλαν τα λεφτά τους στο εξωτερικό.
Ήμασταν εμείς αυτοί που προχωρήσαμε σε νόμο για να περιορίσουμε τις τριγωνικές συναλλαγές. Δεν το είχε κάνει καμία προηγούμενη κυβέρνηση.
Ήμασταν εμείς αυτοί που ζητήσαμε από τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ στην Ελλάδα να πληρώσουν τους φόρους τους. Δεν το είχε κάνει καμία προηγούμενη κυβέρνηση.
Ήμασταν εμείς αυτοί που ενισχύσαμε τους τελωνειακούς ελέγχους, προκειμένου να χτυπήσουμε το λαθρεμπόριο.
Βεβαίως, οφείλουμε και έχουμε μπροστά μας την υποχρέωση να κάνουμε πολύ περισσότερα. Δεν προλάβαμε να κάνουμε πολλά. Και ζητάμε την υποστήριξή σας για να αλλάξουμε την Ελλάδα. Είναι κοινή μας ευθύνη να αλλάξουμε την Ελλάδα και από αυτό θα κριθούμε.
Θέλω, κλείνοντας, να σας πω: Όλοι αντιλαμβάνονται ότι η συζήτηση δεν αφορά αποκλειστικά μια χώρα. Αποκλειστικά μια χώρα δεν την αφορά. Αφορά το μέλλον του κοινού μας οικοδομήματος της Ευρωζώνης και της Ευρώπης. Και εδώ συγκρούονται δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές για το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ας αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας.
Η ελληνική κυβέρνηση – και θέλω να το πω αυτό – παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές, παρά τα όσα μας χωρίζουν στο εσωτερικό, μια κρίσιμη εθνική στιγμή έχουμε τη δυνατότητα να ενώνουμε δυνάμεις. Και προχθές, όλες οι πολιτικές δυνάμεις υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι και συμφωνήσαμε σε ένα πλαίσιο θέσεων. Και στη βάση αυτού του πλαισίου, αύριο θα καταθέσουμε εκ νέου συγκεκριμένες προτάσεις για μια βιώσιμη και δίκαιη συμφωνία, προτάσεις μεταρρυθμίσεων, αξιόπιστων μεταρρυθμίσεων.
Θέλω να σας πω, κλείνοντας όμως, το εξής: Αναφέρθηκαν πολλοί στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Σέβομαι απόλυτα τους νόμους που διέπουν την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη. Χωρίς νόμους κανείς δεν μπορεί να προχωρά. Μιας και αναφερθήκατε όμως εσείς στην αρχαία ελληνική τραγωδία, να σας πω ότι ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους τραγωδούς, ο Σοφοκλής, με το αριστούργημά του την «Αντιγόνη», μας έμαθε πως υπάρχουν στιγμές που υπέρτατος νόμος από τους νόμους των ανθρώπων είναι το δίκαιο των ανθρώπων. Και νομίζω πως τώρα είναι μια τέτοια στιγμή.